Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣ (1911-1940) - Ο πρώτος νεκρός Έλληνας Αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου


Η ιστορία της θυσίας γραμμένη από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη πολεμικό ανταποκριτή (1940-41)

«.Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.
Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.
- Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;
- Έχουνε σταυρό στην ουρά. ελληνικά είναι!..
- Είναι ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.
Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.
- Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.
Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.
- Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.
- Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.
Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ' άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.
Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Δώδεκα χρόνια είχε βαστάξει η πορεία για να φτάσει ο Αλέκος Διάκος από την ηλιολουσμένη και ήμερη και σκλαβωμένη πατρίδα στην άγρια Πίνδο, που τολμούσε τώρα να την πατήσει ο Ιταλός. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.
Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..

».Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.
Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.
- Ν' ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.
Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ' άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ' αχρήστευε το λόχο.
- Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.
 Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή.
Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ' άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.
Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν' ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία - την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια - τόσα χρόνια! - η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ' άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.
Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική - λέγανε - είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.
Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ' όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει.
Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.
- Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..
Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε - και με πόση βεβαιότητα! - από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.
Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.
- Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;
- Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.
- Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.
- Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.
Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 1\4 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι1 Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.
Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος - ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο - ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ' άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιους θα τον έταζε;
Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του, Ξένοιαστα έδιωξε την απορία . Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτή όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ' όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ' ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.
Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.
.Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.
Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.
Οι Ιταλοί!
Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.
Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.
Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.
Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ' όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.
Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..
Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ' εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν' ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.
Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ' ένα ξερό κρότο τα κλαριά.
Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.
Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:
- Μη σταματάτε παιδιά!
Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.
Οι φαντάροι ακολούθησαν.
Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.
- Παιδιά εφ' όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.
Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.
Ναι, αυτή τη στιγμή - αυτή τη στιγμή! - ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ' όπλο για την Ελλάδα!
Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερ από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.
Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.
Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.
- Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν. Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!
- Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!
Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.
Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.
Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.
Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.
Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.
Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.
Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!
Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .
- Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ. μουρμούρισε κάποιος.
Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..
Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και. Αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.
Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..
Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:
Εμπρός με τη λόγχη!
Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.
Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.
Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα ! Για μια μεγάλη Ελλάδα ! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.
Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.
Μαζί σου λεβέντη!
Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.
Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.
Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.
Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.
Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..
Ο Διάκος σταμάτησε. Τ' όπλο του έφυγε από τα χέρια..
Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο - την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.
Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει - μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί - πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.
Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..
Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.
Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους - πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης - τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, Ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.
Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και. θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο. Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά - οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.
Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.
Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του. Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα - για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ' ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.
Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;
Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.
Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Εμείς τουλάχιστον, ονειρευτήκαμε κάτι σπουδαίο




Έκανα κάποια τεράστια σφάλματα. Αλλά τι ακριβώς αποτελεί πολιτικό σφάλμα; Όταν κοιτώ πίσω, έχω ένα μόνο συναίσθημα: μια απέραντη λύπη. Λύπη για το ότι δεν επιτύχαμε, για το ότι δεν μπορέσαμε να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη ικανή να κυριαρχεί στο σύμπαν για πάντα, που θα αναδείκνυε τους λευκούς λαούς χάρη στην υπεροχή του πνεύματος. Και όταν βλέπουμε τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά, τι έδωσε η νίκη των αντιπάλων μας εδώ και 30 χρόνια, αυτήν την αναρχία που επικρατεί στον κόσμο, αυτήν την παρακμή των λευκών λαών, αυτήν την εξαθλίωση σε κάθε πτυχή του κόσμου· όταν αντικρύζουμε στα ίδια μας τα κράτη την παρακμή των αξιών, την καταστροφή της πατρίδος, την καταστροφή της οικογένειας, την αποσύνθεση της κοινωνικής ευταξίας· όταν αντικρύζουμε αυτήν την ακόραστη επιθυμία για υλικά αγαθά που έχει αντικαταστήσει την ιερή φλόγα της ιδέας που μας ενέπνεε, τότε, ειλικρινά, μεταξύ των δύο, διαλέξαμε την σωστή πλευρά. Η μικροπρεπής και άθλια Ευρώπη του σήμερα, της παρηκμασμένης Ενιαίας Αγοράς, δεν μπορεί να προσφέρει ευτυχία στους ανθρώπους. Η καταναλωτική κοινωνία δηλητηριάζει την ανθρωπότητα παρά την εξυψώνει. Επομένως, εμείς τουλάχιστον από την πλευρά μας, ονειρευτήκαμε κάτι σπουδαίο, και έχουμε μόνο μία επιθυμία: αυτό το φλογερό πνεύμα να αναγεννηθεί. Με όλη μου την δύναμη, μέχρι την τελευταία στιγμή της ύπαρξής μου, θα παλεύω γι' αυτό. Ώστε αυτό που κάποτε αποτέλεσε τον αγώνα και το μαρτύριό μας, κάποια μέρα να αποτελέσει την αναγέννηση. 

Léon Degrelle


Απόσπασμα ομιλίας του Léon Degrelle από το ντοκιμαντέρ Le Volksführer που γυρίστηκε κατά την διάρκεια της μεταπολεμικής του εξορίας στην Ισπανία.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Ψυχολογία των όχλων



Υπερβολή και απλότητα των συναισθημάτων των όχλων

Τα συναισθήματα, καλά ή άσχημα, που εκδηλώνει ο όχλος, παρουσιάζουν αυτόν τον διπλό χαρακτήρα, πως είναι πολύ απλά κια πολύ υπερβολικά. Στο σημείο αυτό, όπως και σε τόσα άλλα, το άτομο του όχλου, μοιάζει με τους πρωτόγονους. Αδυνατώντας να συλλάβει τις αποχρώσεις, βλέπει τα πράγματα συνολικά και δεν γνωρίζει μεταβατικές καταστάσεις. Στον όχλο η υπερβολή ενός συναισθήματος εντείνεται από το γεγονός πώς, διαδιδόμενο ταχύτατα με την υποβολή και τη μετάδοση αυξάνει τη δύναμή του σημαντικά, με την επιδοκιμασία που συναντάει.
Η απλότητα και η υπερβολή των συναισθημάτων των όχλων τους προφυλάσσουν απ' την αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Η παραμικρή υποψία που εκφράζεται μεταμορφώνεται παρευθύς σε ασυζήτητη βεβαιότητα. Μαι αρχή αντιπάθειας ή αποδοκιμασίας, που, στο απομονωμένο άτομο μόλις και θα υπογραμμιζόταν, γίνεται παρευθύς άγριο μίσος στο άτομο του όχλου. 
Η βιαιότητα των συναισθημάτων των όχλων γίνεται υπερβολική, στους ετερογενείς προπαντός όχλους, απ' την απουσία ευθύνης. Η βεβαιότητα του ατιμώρητου, που είναι εντονώτερη, όσο ο όχλος είναι πολυαριθμώτερος και η αντίληψη για μια σημαντική στιγμιαία ισχύ οφειλόμενη στον αριθμό, καθιστούν φυνατά στην ομάδα συναισθήματα και πράξεις αδύνατες για το μεμονωμένο άτομο. Στους όχλους ο ηλίθιος, ο αγροίκος και ο φθονερός λυτρώνονται απ' το συναίσθημα της μηδαμινότητάς τους και της αδυναμίας τους, που το αντικαθιστά η αντίληψη μιας κτηνώδους, εφήμερης, και όμως τεράστιας δύναμης. 
Η υπερβολή, στους όχλους, εκδηλώνεται δυστυχώς συχνά στα κακά ένστικτα, αταβιστικά υπολείμματα των ενστίκτων του πρωτόγονου, που ο φόβος της τιμωρίας υποχρεώνει το μεμονωμένο και αναλογιζόμενο την ευθύνη του άτομο να τα περιστέλλει. Έτσι εξηγείται η ευκολία των όχλων να φτάνουν ως τις χειρότερες υπερβολές. 
Επειδή ο όχλος επηρεάζεται μόνο απ' τα υπερβολικά συναισθήματα, για τούτο ο ρήτορας που επιθυμεί να τον συναρπάσει πρέπει να χρησιμοποιήσει ως το σημείο κατάχρησης βίαια επιχειρήματα. Να υπερβάλει, να διαβεβαιώνει, να επαναλαμβάνει και να μην επιχειρεί ποτέ να αποδείξει τίποτα με τη λογική, αυτή είναι η μέθοδος της συνηθισμένης επιχειρηματολογίας των ρητόρων στις δημόσιες συγκεντρώσεις. 
[...]
Είναι περιττό να προσθέσουμε πως η υπερβολή του όχλου αναφέρεται μόνο στα συναισθήματα, και με κανέναν τρόπο στη διάνοια. Από μόνο το γεγονός πως το άτομο βρίσκεται στον όχλο, το διανοητικό του επίπεδο πέφτει σημαντικά. 

Τα μέσα δράσης των δημαγωγών : η διαβεβαίωση, η επανάληψη, η μετάδοση

Η καθαρή και απλή διαβεβαίωση απογυμνωμένη από κάθε συλλογισμό κι από κάθε απόδειξη αποτελεί ένα σίγουρο μέσο για να εισχωρήσει μια ιδέα στο πενύμα των όχλων. Όσο πιο λακωνική και πιο απογυμνωμένη από ενδείξεις και αποδείξεις είναι η διαβεβαίωση, τόσο μεγαλύτερο κύρος έχει. Τα θρησκευτικά βιβλία και οι κώδικες όλων των εποχών ενήργησαν πάντοτε μ' απλές διαβεβαιώσεις. Οι πολιτικοί που καλούνται να υπερασπίσουν μια οποιαδήποτε πολιτική υπόθεση, οι βιομήχανοι που προπαγανδίζουν τα προϊόντα τους με διαφημίσεις, γνωρίζουν την αξία της διαβεβαίωσης. 
Η τελευταία αυτή όμως δεν αποκτάει πραγματική επιρροή παρά μόνο όταν επαναλαμβάνεται συνεχώς και όσο γίνεται περισσότερο με τους ίδιους όρους. Ο Ναπολέων έλεγε πως μόνο μια σοβαρή μορφή ρητορικής υπάρχει, η επανάληψη. Το βεβαιωμένο πράγμα καταλήγει, με την επανάληψη, να καθιερωθεί στα πνεύματα σαν μια αποδεδειγμένη αλήθεια. 
[...]
Όταν μια διαβεβαίωση επαναλήφθηκε αρκετά, με ομοθυμία στην επανάληψη, σχηματίζεται αυτό που ονομάζουν ρεύμα της κοινής γνώμης και επεμβαίνει ο ισχυρός μηχανισμός της μεταδοτικότητας. Στους όχλους, οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις, η πίστη κατέχουν μια μεταδοτική δύναμη έντονη όπως τα μικρόβια. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται και σ' αυτά τα ζώα όταν είναι σε αγέλη. [...]
"Όμοιος με τα ζώα ο άνθρωπος είναι φυσικά μιμητικός. Η μίμηση αποτελεί μια ανάγκη γι' αυτόν, υπό τον όρο, βέβαια, να είναι εύκολη η μίμηση, κι' απ' αυτήν την ανάγκη γεννιέται η επιρροή της μόδας. Ή για γνώμες πρόκειται, ή για ιδέες, ή για φυσιολογικές εκδηλώσεις, ή απλώς για φορεσιές, πόσοι είναι εκείνοι που τολμούν να φύγουν από την κυριαρχία τους; Τους όχλους τους οδηγούν με πρότυπα και όχι με επιχειρήματα. Σε κάθε εποχή, ένας μικρός αριθμός ατομικοτήτων αποτυπώνουν τη δράση τους που την μιμείται η μάζα. Αυτές οι ατομικότητες όμως δεν πρέπει να ξεφεύγουν πολύ από τις αποδεγμένες ιδέες. Τότε θα γινόταν πολύ δύσκολη η μίμησή τους και η επίδρασή τους θα ήταν μηδαμινή. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι άνθρωποι που είναι υπερβολικά ανώτεροι από την εποχή τους δεν έχουν γενικά καμία επίδραση σ' αυτήν. Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Και για τον ίδιο λόγο πάλι οι Ευρωπαίοι, μ' όλα τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού τους, ασκούν μια ασήμαντη επίδραση στους λαούς της Ανατολής" (Gustave le Bon: Ο άνθρωπος και οι κοινωνίες).  


Gustave le Bon, Η ψυχολογία των όχλων




Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Ένας του Γένους

Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και 'μεις και 'κεινα που είναι δικά μας δεν τα κρατούμε. Σκιαζόμαστε μη μας πουν οι Ευρωπαίοι πως δεν είναι δικά μας. ... 
Δε με μέλει αν βάλω σε δύσκολη θέση μια κυβέρνηση που δεν τη σέβομαι, δεν είναι καμωμένος για την κυβέρνηση ή για το κράτος, έγινα για το έθνος, και το ξέρω επειδή γι' αυτό ίσα ίσα πονώ. Για την κυβέρνηση μου έρχεται σιχαμός και καταφρόνια· άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νοιώθω τον Ελληνισμό. Σ' όποια γωνιά του Ελληνσιμού και αν βρεθώ θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω την ψυχή του, και ας γίνη ό,τι γίνη. Ξυπνώ κάθε ύπνο, κεντρίζω κάθε βαρεμό, συνδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω κάθε σπίθα κρυμμένη και ανάβω κάθε φωτιά σβυσμένη, βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. ...
Ποιος τον μέλει για την κυβέρνηση την ελληνική; Ποιος μπορεί να ενδιαφέρεται γι' αυτήν; Τι με νοιάζει αν κινδυνεύει να πέσει η Κυβέρνηση, ο Βασιλιάς, οι Βουλευτές, οι Υπουργοί και να ποδοπατηθή το Σύνταγμα και η καθολική ψηφοφορία και να μείνει σοτυς δρόμους ο τμηματάρχης, πο ψηφοφόρος, ο νομομηχανικός - αφού ξεχνούν το έθνος; Τι αντιπροσωπεύει η ελληνική κυβέρνηση; Βέβαια όχι το έθνος. Αν το αντιπροσώπευε, έπρεπε να είχαμε προ πολλού απελπισθεί. Οι Έλληνες κοντεύουν να πιστέψουν πως το ελληνικό το κράτος είναι πραγματικότητα. Κ' εγώ αρνούμαι την πραγματικότητα αυτή. Οι Έλληνες παν' να πιστέψουν πως η αλήθεια είναι το κράτος και το κράτος η αλήθεια. Και όμως μπορεί η ελληνική αλήθεια να είναι κάθε άλλο παρά το κράτος, να είναι κάτι που να μην το βλέπουν οι πολλοί και όμως να υπάρχη. ...
Γιατί βλέπω άλλο φώτα εγώ και άλλα οι πολλοί; Δεν είναι εύκολο να φωτίσω το Έθνος μου; Γιατί είμαι μόνος κατάμονος. Όταν ένας του Γένους δε φοβάται πως μπορεί και φοβάται το Γένος; Όταν το Γένος φοβάται, πως ένας του Γένους δε φοβάται; Εγώ να φοβηθώ δεν μπορώ, πώς να κάμω το Έθνος μου ατρόμητο; Όταν ένας του Γένους δε θέλει να χαθή το Γένος, πώς μπορεί το Γένος να χαθή; Αφού εγώ δεν το θέλω, πώς μπορεί να χαθή το Έθνος μου;


ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ
ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
1907
Το βιβλίο τούτο αφιερώνεται στους νέους

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Περὶ ἀρηιφάτων ψυχῶν




...ψυχαὶ ἀρηίφατοι καθαρώτεραι ἢ ἑνὶ νούσοις...

Μακάριοι μα και αναθεματισμένοι όλοι αυτοί των οποίων το βροντερό γέλιο δονεί τον αιθέρα ενός καθ’ όλα εφήμερου, ηδονικού, πλήρους απονεκρωμένου βίου. Μακάριοι για την ικανότητα σκεδάσεως της σκλαβιάς τους μετουσιωμένοι σε προϊόντα και καταναλωτές , μα αναθεματισμένοι για την ιερή φυλετική προέλευσή τους , την οποία με τόσο θράσος εξευτελίζουν. Ιδανικοί αυτόχειρες ενός πολιτισμού, ο οποίος εν μέσω ξεπεσμού και παρακμής ξερνάει την αρρώστια του. Δίχως άλλο, οφείλουμε να σφίξουμε γερά τα δόντια μας και να παραμείνουμε Πιστοί, μα κυρίως Ζωντανοί, εντός των χαρακωμάτων που με τόσο κόπο διασώσαμε για να αντιμετωπίσουμε  την αδυσώπητη λύσσα με την οποία μας επιτίθενται οι εχθροί.
Θα πονέσουμε για την ίδια μας την γενιά, όταν ηθελημένα θα ξεπουλιέται στις επιταγές του κέρδους, εκχυδαΐζοντας και ξεπουλώντας την σάρκα και την ψυχή της, όταν ηθελημένα θα κλείνει τα μάτια στην ταπείνωση που σιγά σιγά καταφθάνει στην πόρτα της, όταν κελιά, μάρμαρα, σύριγγες και οθόνες συνθλίψουν και κατακερματίσουν την αξιοπρέπειά της. Η οργή θα φυσά φουσκώνοντας διάπλατα τα πανιά της θλίψεως , πλέοντας προς την εκδίκηση. Εν μέσω μυριάδων καταιγίδων και απωλειών , συνεχίζουμε. Κάποιοι από εμάς , λίγοι, μα σίγουρα ικανοί, θα είναι εκεί, στα δέκατα των δευτερολέπτων κάποιας στιγμής να γίνουν ο κρότος της δικαιώσεως. Στην στεριά εκείνη που ουδείς εχθρός θεωρούσε πως κάποιοι από εμάς θα κατάφερναν να φθάσουν, στο χαράκωμα εκείνο που ουδείς περίμενε πως οστά και σάρκες θα είχαν κατορθώσει να μείνουν στο ίδιο σώμα.

Προχωρούμε, ευγενικοί και τολμηροί, ανάμεσα σε έναν κόσμο τόσο «χαρωπό» με τα χιλιάδες «ενδιαφέροντα» και «αναζητήσεις». Προχωρούμε, με προσήλωση και πείσμα, ανάμεσα στην σύγχυση και την δουλοπρέπεια. Σκληροί , καθάριοι , απάνθισμα δωρικής λιτότητος. Δίχως υπεκφυγές, η γενιά που ποθούμε, μια γενιά αλκής, στρατιωτικοποιημένη και περήφανη. Ολάκερος ο κόσμος, το πεδίο μαχών της. Κάθε μέρα της ζωής της , ένας ήλιος ευλογεί τον Αγώνα της. Δεν έχουμε τίποτα να διαπραγματευθούμε και τίποτα να προσαρμόσουμε στα μάτια των αναθεματισμένων σκλάβων. Μονάχα εκείνους που επιθυμούν να εισπνεύσουν τον αιθέρα στα ύψη της Αρίας εξακτινώσεως αναζητούμε. Τους ύστατους ερασιθάνατους οι οποίοι  έχουν γεννηθεί για να χαράξουν το κορμί της ιστορίας, εκείνους που  στάλες μαύρου αίματος  θα αναβλύσει το μοναδικά αληθινό γέλιο τους , το κύκνειο άσμα τους, την υπέρτατη στιγμή επιγνώσεως και απελευθερώσεώς τους. Κανένας άλλος δεν αξίζει τον σεβασμό μας, ουδείς άλλος δεν θα σταθεί πλάι μας. 

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015


Πολέμησε μες τους καιρούς
για τους καιρούς τους ίδιους
για σώματα και για ψυχές
στους μύθους μας του μύριους

Πολέμησε για το εχθές, το αύριο και το πάντα
για το αιώνιο, το άφθαρτο, της λάμψης μου τα
νιάτα

Και αν απέραντο μοναχικό
έγινε τ’ ανηφόρι
στρέψε το βλέμμα σου ψηλά
στων προγόνων μας τα όρη

Κοίτα τον Όλυμπο εκεί αγέρωχος κοιτάζει
ανέβα επάνω πολεμιστή εκείνος σε προστάζει
φέρε μαζί σου Ολύμπιο Φως όσο η ψυχή χωράει
του ΑΠΟΛΛΩΝΑ το άσβεστο φως όλη η γη ζητάει!    

            

"Προμηθέας"

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Το Πρόβλημα της Ευρώπης

Όπου επικρατεί ο σύγχρονος Βιομηχανισμός (Industrialism), ο Βραχμάνος, ο Ξατρίγια και ο Σούντρα* ομοίως, είναι αντικείμενα εκμεταλλεύσεως από τον Bαϊσίγια και όπου κατ' αυτόν τον τρόπο το εμπόριο απλώνεται παντού θα πρέπει να υπάρχει μία συνεχής βίωση άγχους περί της απλής συντηρήσεως της υπάρξεως· το θύμα της Βιομηχανίας πρέπει να περιορίσει την σκέψη του στο ζήτημα της αυριανής τροφής για αυτό και την οικογένειά του· η απλή Θέληση για Ζωή κερδίζει την πρωτοκαθεδρία έναντι της Θελήσεως για Δύναμη. Αν ταυτοχρόνως αποφασίζεται πως η φωνή κάθε ανθρώπου θα μετρά εξίσου στις εθνικές συνελεύσεις, συνεπάγεται κατά φυσικό τρόπο ότι η φωνή αυτών που σκέπτονται θα πρέπει να καταπνίγεται από αυτούς που δεν σκέπτονται και δεν έχουν καθόλου σχολή**. Αυτή η θέση αφήνει παρομοίως όλες τις τάξεις στο έλεος της ασυνειδήτου ατομικής εκμεταλλεύσεως, διότι κάθε πολιτική προσπάθεια στερούμενη φιλοσοφικής βάσεως καταντά απλώς οπορτουνιστική. Το πρόβλημα της συγχρόνου Ευρώπης συνίσταται στο να ανακαλύψει την δική της αριστοκρατία και στο να μάθει να υπακούει την βούλησή της.

*Βραχμάνος, Ξατρίγια, Βαϊσίγια, Σούντρα: οι τέσσερεις πρωταρχικοί τύποι της βραχμανικής κοινωνιολογίας, δηλ. Φιλόσοφος και επιμορφωτής, διοικών και στρατιώτης, έμπορος και ποιμένας, τεχνίτης και εργάτης. [Σημείωση του συγγραφέως]


** Ο κατά πνευματικώς ωφέλιμο τρόπο αξιοποιούμενος ελεύθερος χρόνος [Σημείωση του ιστολογίου]

Απόσπασμα από το The Dance of Shiva: Fourteen Indian Essays, κεφ. What Has India Contributed To Human Welfare? του Ananda Coomaraswamy

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος