Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Wilhelm Müller - Mάρκος Μπότσαρης


O Wilhelm Müller γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1794 στο Dessau. Το 1812 σπουδάζει κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Διακόπτει για δύο χρόνια τις σπουδές του για να πολεμήσει ως εθελοντής στους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδος του.Το 1817, μετά το τέλος των σπουδών του, δέχεται πρόσκληση του Βαρώνου von Sack για ένα ταξίδι στην Αίγυπτο και την Ελλάδα.Ο Müller έμεινε στην Ιταλία και δεν ακολούθησε τον von Sack στην Αίγυπτο.
Επιστρέφει στο Dessau όπου διορίζετε καθηγητής στο Γυμνάσιο και στην συνέχεια βιβλιοθηκάριος στην ίδια πόλη.Πάντρεύεται την κόρη του παιδαγωγού Basedow και αποκτά έναν γιό ο οποίος αργότερα θα γίνει καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.Παρακολουθεί τον ξεσηκωμό του Ελληνικού Έθνους και αποφασίζει να έρθει στην Ελλάδα να γνωρίσει τον Byron και να συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα.Μια επιδημία πανώλης όμως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τον αναγκάζει να εγκαταλείψει το σχέδιο.Ταξιδεύει στην Βιέννη, όπου γνωρίζεται με τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας και μαθαίνει νέα Ελληνικά.Αυτό του προσδίδει από τους συμπατριώτες του και τους Βιεννέζους το παρατσούκλι "Der Grieche", ο Έλληνας.
Το 1821 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή και σιγά σιγά κατακτά μια αξιόλογη θέση στο Πάνθεον των Γερμανών ποιητών.Ο Schubert μελοποιεί την συλλογή του "Die Winterreise". Ποιήματα του έχει μελοποιήσει και ο Brahms.Τον ίδιο χρόνο, συνεπαρμένος από τον ξεσηκωμό των Ελλήνων δημοσιεύει τα πρώτα του φλογερά ποιήματα εμπνευσμένα από τον Ελληνικό Αγώνα με τον τίτλο "Lieder der Griechen".Το 1825 μεταφράζει μια συλλογή του Fauriel ελληνικών δημοτικών τραγουδιών.Ο ποιητής της "Φλαμουριάς" και της "Ωραίας Μυλωνούς" πεθαίνει ξαφνικά το καλοκαίρι του 1825 σε ηλικία 33 ετών, χωρίς να προλάβει να πραγματοποιήσει το όνειρο του να έρθει στην Ελλάδα.


Μάρκος Μπότσαρης

Λευτεριά ήταν η τελευταία του πνοή, την Λευτεριά τώρα την βρήκε!
Ελεύθερη πέταξε η ψυχή του, από τις ανοικτές πληγές στο στήθος.
Θα πετάξει, άραγε, στις λευτεριάς το βασίλειο ή θα μείνει ακόμα για λίγο μαζί μας
και θα μοιράζετε με τ΄αδέλφια του κάθε μάχη;
Ω, καλώς ήλθες στον αγώνα, καλώς ήλθες στην Νίκη!
Όταν πέσουν στον τάφο σου οι πρώτες σταγόνες απ΄τα ποτήρια του ποτού,
και τα πρώτα κλαριά της δάφνης πάνω στο υγρό γρασίδι,
τότε σκύψε, ελεύθερο, μακάριο πνεύμα,
και δώσε μας την φωτιά σου,
ευλόγησε μας κι άναψε μέσα μας την φλόγα να κινηθούμε προς τα πάνω,
την φλόγα που δεν σβήνει ούτε με την τελευταία σταγόνα απ΄το αίμα του ήρωα,
την φλόγα που ακόμα καίει στην σκόνη
κάτω απ΄τους άγιους τάφους των Πυλών (Θερμοπυλών),
που ανεμίζει στους κάμπους του Μαραθώνα,
κι όλοι πίνουμε με γρήγορες, γεμάτες ρουφηξιές,
όταν του Μπότσαρη τ' όνομα ακουστεί και μας καλέσει σε νέες νίκες.
Άνοιξε τις ψηλές σου πύλες Μεσολόγγι, πόλη της Τιμής,
όπου αναπαύονται τα σώματα των ηρώων,
που μας έμαθαν πως να πεθαίνουμε!
Άνοιξε τις ψηλές σου πύλες, άνοιξε τους βαθιούς σου τάφους.
Άνοιξε και σκόρπισε δάφνες στα μονοπάτια και τον αέρα!
Σου φέρνουμε το τίμιο σώμα του Μάρκου Μπότσαρη.
Ο Μάρκος Μπότσαρης! Ποιός θα τολμούσε να το φανταστεί
ότι θα θρηνούσαμε έναν τέτοιο ήρωα;
Θέλεις να μετρήσεις πρώτα τις πληγές του ή τις νίκες του;
Δεν θα λείπει από κάθε νίκη μια πληγή,
από κάθε πληγή μια νίκη.
Δες στα κοντάρια μας τα κεφάλια με το τουρμπάνι!
Δες πως πάνω απ΄το φέρετρο του κυματίζουν οι οσμανικές
σημαίες!
Δες, ω δες, τα τελευταία έργα που έκανε του ήρωα το χέρι
στο Καρπενήσι, όπου το σπαθί του βούτηξε στο αίμα!
Στις μαύρες ώρες σύναξε το στρατό μας,
σπίθες έβγαζαν τα μάτια του, σαν αστραπές μέσα στην νύχτα.
Στα γόνατα σπάσαμε τα θηκάρια απ΄τα σπαθιά μας.
Με το δρεπάνι να θερίσουμε στα πυκνά Τούρκικα λιβάδια
και σφίξαμε τα χέρια και χαιδεύαμε τα γένια,
αυτός χτυπούσε με το πόδι και χάιδευε το σπαθί του,
τότε ακούστηκε η φωνή του Μπότσαρη :
" Εμπρός, ξοπίσω μου.Μη χαθείτε, αδέλφια, στου εχθρού το στρατό!
Εμένα ν΄αναζητάτε, στην σκηνή του Πασά σίγουρα θα με βρείτε.
Εμπρός, με τον Θεό!Βοηθάει τους εχθρούς, βοηθάει όμως να
ξεπεράσουμε τον θάνατο!".
Άρπαξε γρήγορα την σάλπιγγα απ΄του σαλπιγκτή το χέρι
και σάλπισε ο ίδιος τόσο δυνατά, που απ΄τα βράχια
αντήχησε πιο δυνατά ακόμη.
Αλλά ακόμα πιο δυνατά αντήχησε στις καρδιές όλων.
Όπως η αστραπή και η βροντή από τα σύννεφα την νύχτα,
έτσι, το σπαθί των ελεύτερων βρήκε τους Τύραννους και τους
υπηρέτες τους.
Όπως η σάλπιγγα της θείας δίκης θα ξυπνήσει τους αμαρτωλούς,
έτσι σαν βουή ακούστηκε στο στρατόπεδο
των Τούρκων η κραυγή του τρόμου :
Ο Μάρκος Μπότσαρης! Ο Μάρκος Μπότσαρης!
Οι Σουλιώτες! Οι Σουλιώτες!
Ένας τέτοιος χαρούμενος χαιρετισμός ξύπνησε τους κοιμισμένους.
Και πετάχτηκαν επάνω, και σαν πρόβατα αφημένα τρέχανε στους δρόμους
και ζαλισμένοι απ΄τους αγγέλους του θανάτου,
αδέλφια πέφταν στα σπαθιά των αδελφών.
Ρώτα την νύχτα για όσα έχουν γίνει! Μας έβλεπε στην μάχη -
Θα τα πιστέψει όμως η μέρα, αυτά που έγιναν την νύχτα;
Εκατό Έλληνες, χίλιοι Τούρκοι, τέτοια ήταν η σοδιά
στο Καρπενήσι, όταν η αυγή άρχισε να ροδίσει.
Μάρκο Μπότσαρη, Μάρκο Μπότσαρη σε βρήκαμε κι΄εσένα
και σε γνωρίσαμε απ΄το σπαθί κι απ΄τις λαβωματιές σου.
Τις λαβωματιές που έδωσες και τις λαβωματιές που πήρες,
κι όπως υποσχέθηκες σε βρήκαμε να κοιμάσαι στου Πασά την σκηνή.
Άνοιξε τις ψηλές σου πύλες Μεσολόγγι, πόλη της Τιμής,
όπου αναπαύονται τα σώματα των ηρώων,
που μας έμαθαν πως να πεθαίνουμε!
Άνοιξε τους βαθιούς σου τάφους
ν΄αραδιάσουμε τους ήρωες μας δίπλα σε ήρωες!
Κοιμήσου δίπλα στον Γερμανό κόμη, κόμη Norman, βράχο της τιμής,
έως ότου ακουστεί η φωνή της Δικαιοσύνης και αδειάσουν όλοι οι τάφοι.



Τραγούδια για την Ελλάδα και τους Έλληνες
Μετάφραση : Χ.Οικονόμου

Σημείωση : Κάρολος Αλβέρτος Νόρμαν, κόμις Ντ΄ Έρενφελς (1784-1822). Γερμανός φιλέλληνας.Έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα, όπου και τραυματίστηκε.Συμμετείχε στην άμυνα του Μεσολογγίου μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη, όπου και πέθανε από τα τραύματα του το 1822.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Τετράδια Εθνοκοινοτικού Προβληματισμού ΑΡΜΟΣ - Φύλλο 4

…Μέσα στους σκοτεινούς καιρούς, ξεχωρίζουν αυτοί που προσπαθούν να βρούν φωτεινά σημεία καθώς και να δημιουργήσουν φως. Όπως ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων, έτσι και η σκλαβιά χωρίζει την ήρα από το στάχυ - και οι άνθρωποι που θέλουν να αναπνέουν ελεύθερα, αφήνουν πίσω τους προσκυνημένους…

Διανέμεται και αποστέλλεται άνευ οικονομικού αντιτίμου από συντρόφους και φίλους της Kοινότητός μας.

Επικοινωνία : armoshellas@gmail.com


Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του

Πολλάκις συμπτώσεις απλούσταται αποδίδονται παρά του λαού εις υπερφυσικάς αιτίας। Ο θάνατος μάλιστα τών εξόχων πολεμιστών συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε υπό παραδόξου τινός των συμβάντος. Τα υπηρετούντα αυτούς κτήνη ως επί το πολύ θνήσκουσιν ολίγον μετ’ αυτούς, αποποιούμενα την τροφήν και ποθούντα τον κύριόν των. Ο ίππος του Καστριώτου δεν ηθέλησε να δεχθή ουδένα ποτέ άλλον επί των νώτων του, μέχρις ού ετελεύτησε.
Οι κλέφται, εζωσμένοι τα όπλα ημέραν και νύκτα και ουδέποτε παραιτούντες αυτά, φυσικόν ήτο ν’αγαπώσι ταύτα μέχρι λατρείας. Δεν είναι σπάνιον ν’ απαντήση τις εις την δημοτικήν αυτών ιστορίαν ανήκουστα κατορθώματα, ενίοτε δε και τρομερά κακουργήματα προς κατάκτησιν ή ανάκτησιν όπλου γνωστού και περιφήμου τινός.Ο έρως αυτών εμεγαλύνετο τόσον, ώστε εβάπτιζον αυτά ως ίδιά των τέκνα.Εφήρμοζον δ’ επ’αυτών η εφεύρισκον ονόματα πάντη περίεργα.
«Έχω εις χείρας μου γιαταγάνιον, επονομαζόμενον Βρυκόλακα», «Γνωρίζω σπάθην, καλουμένη Μαυρούχον». Ο δε περίφημος Χρήστος Μιλλιόνης έδωκε τ’ όνομά του εις το τρομερόν του όπλον, όθεν και μιλλιόνια είδος πυροβόλων, εχόντων την μορφήν και την αξίαν εκείνου.
Τίς δεν εγνώριζε το όπλον του Παλαιοπούλου επί Αλή Πασά, αλάνθαστον βροντοφώνον; Ενόμιζον αυτά τα έμψυχα και συνδιαλέγοντα προς εκείνα. Τα εκόσμουν ως ερωμένας των και θνήσκοντες ήθελον αυτά πλησίον εντός του τάφου.
Είναι ωραία η λατρεία αύτη ενός πολεμιστού!

Εγέρασα, μωρέ παιδιά· πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ή καρδιά μου.
Βρύσι το αίμα τώχυσα, σταλαματιά δεν μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ τον λόγγο
νά’ναι χλωρό και δροσερό, νά’ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεββάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιός ξέρει απ’ τό μνήμα μου τί δέντρο θα φυτρώση!
Κι αν ξεφυτρώση πλάτανος στόν ίσκιο του από κάτω
θάρχωνται τά κλεφτόπουλα τ’άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τά νιώτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι ώμορφο και μαυροφορεμένο,
θάρχωνται τά κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν ταις λαβωματιαίς, τον Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κ’εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μή μέ κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ό θάνατος δίνει ζωή στήν νιότη.
Σταθήτ’εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’εδώ σιμά μου,
τα μάτια μου να κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν’από σας, το νιώτερο, άς ανεβή την ράχη,
ας πάρη το τουφέκι μου, τ’ άξιό μου καρυοφύλλι,
κι’ ας μου το ρίξη τρείς φοραίς και τρείς φοραίς να σκούξη
«ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξη ό βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, η βρύσαις θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήση, θα σβυστή, θα ρίξη τά φτερά του,
για να μη πάρη την βοή άθελα και την φέρη
και τήνε μάθη ο Όλυμπος και την ακούση ο Πίνδος
και λειώσουνε τά χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στην ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στόν ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω την βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νάτανε ζαρκάδι,
ψηλά στήν ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
«ο Γέρο-Δήμος πέθανε, ο Γέρο-Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τά λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην Τρίτη και την ύστερη, τ’ άξιο το καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου τον γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.

Άκουσ’ ο Δήμος την βοή μέσ᾿ τον βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
Ο Γέρο-Δήμος πέθανε, ο Γέρο-Δήμος πάει.
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή, του φοβερού του Κλέφτη
με την βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβυώνται, πάνε.


Αρ. Βαλαωρίτης.

Επιμέλεια κειμένου : Ξατρίγια.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Θεόδωρος Βρυζάκης

'Ελληνας ρομαντικός ζωγράφικος· θεωρείται θεμελιωτής της "Σχολής του Μονάχου".
Γεννήθηκε στην Θήβα τό 1814 και η παιδική του ηλικία συνέπεσε με την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο πατέρας του απαγχονίζεται από τους Τούρκους το 1821 και το 1824 γίνεται τρόφιμος του ορφανοτροφείου του Καποδίστρια. Στα 18 του χρόνια, μετά από παρότρυνση ενός γερμανού φιλολόγου, μεταναστεύει στο Μόναχο, όπου παρακολουθεί την Ελληνική Παιδαγωγική Ακαδημία, ιδρυμένη από τον Λουδοβίκο Α', για τα ορφανά παιδιά των ηρώων της Επανάστασης. Ασχολείται με την ζωγραφική και το 1844 γίνεται δεκτός στην Ακαδημία του Μονάχου. Την δεκαετία 1845-1855 ταξιδεύει στην Ευρώπη για καλλιτεχνική ενημέρωση και συμμετέχει σε πολλές εκθέσεις ανά την Ευρώπη. Ο κύκλος του περιλαμβάνει φιλέλληνες ρομαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Ludwig Thiersch, ο Peter von Hess, ο Heidegger, κ.α. 
Τα έργα του Βρυζάκη αποτυπώνουν την Ελληνική Επανάσταση με ατμοσφαιρικό και συγκινητικό τρόπο και συνιστούν τον δικό του φόρο τιμής στους ήρωες του έθνους, το οποίο δεν λησμόνησε ποτέ, ούτε μετά θάνατον, καθώς με την διαθήκη του κληροδότησε όλα τα έργα του ατελιέ του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.  


 H έξοδος του Μεσολογγίου

Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι


Πολεμικό σινιάλο


Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη


Δύο πολεμιστές


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Βαδίζοντας προς το χρέος


Γεννηθήκαμε σ’αυτούς κι οφείλουμε ν’ακολουθήσουμε γενναία, ως το μοιραίο τέρμα, τον δρόμο που μας χαράχτηκε. Δεν μπορούμε ν’αλλάξουμε.Το χρέος μας είναι να κρατηθούμε σ’αυτή την αφύλαχτη θέσι, δίχως ελπίδα, δίχως δυνατότητα ενισχύσεως.Να κρατηθούμε, να κρατηθούμε κατά το παράδειγμα εκείνου του ρωμαίου στρατιώτη που ο σκελετός του ανακαλύφθηκε μπροστά σε μια πύλη της Πομπηίας και που, κατά την έκρηξι του Βεζουβίου, πέθανε στην θέση του γιατί είχαν παραλείψει νάρθουν να τον αλλάξουν. Να τι είναι ευγενικό. Να τι είναι μεγάλο.

ΟΣΒΑΛΝΤ ΣΠΕΝΓΚΛΕΡ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1972