Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Περί τριμερούς σχήματος






Κατά τον Ζ. Ντυμεζίλ οι Ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες διαφοροποιούνταν απ’ όλες τις υπόλοιπες λόγω των «τριών λειτουργιών» που τις χαρακτήριζαν. Η θεωρία των «τριών λειτουργιών» αναπτύχθηκε για πρώτη φορά το 1938, ενώ παρουσιάσθηκε πλήρως το 1958. Κατά την θεώρηση αυτή, το τριμερές αυτό σχήμα χαρακτήριζε όλα τα επίπεδα του πολιτισμού, την ψυχοσύνθεση και την ψυχολογία όλων των Ινδοευρωπαϊκών λαών. Οι τρείς αυτές λειτουργίες ήταν η Ιερατική, η Πολεμική και η Παραγωγική…
Τη σήμερον ημέρα, οι κοινωνικές δομές αποτελούν παράγωγα ολίγων νοσηρών και πολλών συγχυσμένων νοήσεων. Ουδείς λόγος ενυπάρχει κατ’ ουσίαν στην μελέτη των αποτελεσμάτων αυτής της συγχύσεως ή στην προσπάθεια διαχειρίσεώς της. Ουδείς λόγος μπορεί να ανευρεθεί επίσης στην ανάλωσή μας διά την αντιμετώπισή της. Ο βλάξ είναι ανίκητος εχθρός. Ο εν συγχύσει αστός αποτελεί εν δυνάμει εμπόδιο των στόχων μας και εν ενεργεία κατασταλτικό όργανο. Ολόκληρη η κοινωνία, ως έχει, δεν εξευγενίζεται, δεν αλλάζει, δεν εξελίσσεται. Ακολουθεί την κατρακύλα που αρμόζει σε παρηκμασμένους λαούς, δίχως πολλά περιθώρια διασώσεως. Η μόνη δυνατότητα η οποία υπάρχει είναι η συνεχής συσπείρωση των υγιούς αντιδραστικότητoς και αληθούς επαναστατικής δράσεως μονάδων οι οποίοι ανηφορίζοντας κόντρα στην μάζα, σχηματίζουν κύτταρα ικανούς πλήρους αναδομήσεως του Εθνικού κορμού. Ο σύγχρονος Εθνικιστής, ο οποίος μεταβαίνει στον Παραδοσιακό Στρατιώτη, δεν είναι μονάχα πολεμιστής. Μήτε μονάχα παραγωγός, μήτε ασκητής διά την αναζήτηση του Θείου Στοιχείου εντός του. Η αρχέγονη τριάδα σχηματίζεται – ενσαρκώνεται σε αυτόν, κατακλύζει τον εσωτερικό του κόσμο και πλάθει τον εξωτερικό. Οι λειτουργίες των Αρίων ενεργούν στο «σύμπαν» , στην «κοινωνία» που εσωκλείει η ίδια του η ύπαρξη. Αυτή η πρόκληση, δεν αποτελεί φυσική εξέλιξη, αλλά μία αναγκαία συνθήκη δεδομένου των καταστάσεων, της οποίας η Εσωτερική Δικαιοσύνη – Ισορροπία των τριών αυτών στοιχείων έγκειται σε μία σκληρή συνεχή μάχη. Η αναγκαιότητα, λοιπόν, διαμορφώσεως Ανθρώπων βασισμένους στο τριμερές αυτό σχήμα, έγκειται κατά βάση στις απαιτήσεις του Αγώνος και του Αίματος. Δεν υπάρχουν κοινωνικές δομές, δεν υπάρχουν ούτε καν αρκετές νησίδες αντίστασης. Υπάρχουν μονάχα μονάδες ατόμων, των οποίων η Φυσική Παρουσία καλείται να μετατραπεί σε Όχημα υπάρξεως - στον χρόνο - της Φυλής, του Πολιτισμού και του Αγώνα.
Οι τρεις αυτές «λειτουργίες» του βίου ενός Παραδοσιακού Στρατιώτη, ενός Εθνικοσοσιαλιστή, κάθε Συντρόφου μας, δεν ενεργοποιούνται τόσο εύκολα, όσο μπορεί κάποιος να προσδιορίσει ή σε σύνολα λέξεων να εκτιμήσει. Ο ίδιος ο βίος , η ίδια η καθημερινή πάλη, δεικνύει τα ανυπέρβλητα εμπόδια και τους αμέτρητους εχθρούς που στέκονται απέναντι σε κάθε κορυφή του σχήματος. Επίσης, η κλίση καθενός προς την μία ή την άλλη κορυφή, οδηγεί στην ανάδυση εγωιστικών τάσεων, οι οποίες αποπροσανατολίζουν το σύνολο της προσωπικότητος χάριν της τέρψεως των επιτευγμάτων σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με την συνεχή στρέψη μας προς τα σημεία όπου γνωρίζουμε πως υπολειπόμαστε. Ο καλός «παραγωγός» αν απομονωθεί στην επαγγελματική του καριέρα και επιτυχία θα σχηματίσει την ψευδαίσθηση της «υπερβάσεως». Η υπέρβαση του θα επέλθει όταν και εφόσον επιλέξει να υπερβεί τον «καλό» ασκητή, ή τον μάχιμο στρατιώτη. Αντιστοίχως, ο εν τη πνευματική άσκηση θαυμαστός σύντροφος, θα υπερβεί όντως τα όρια του αστού, όταν αποτελέσει και καλός παραγωγός και μαχητής. Με τα αντίστοιχα βέβαια μέτρα και σταθμά, διότι ουδέποτε οι καρμικές τάσεις δεν δύναται να εξαιρεθούν ή να παραβλεφθούν. Αντιθέτως, θεωρείται βέβαιο πως καθείς σε κάποια εκ των τριών λειτουργιών θα έχει μία ροπή που θα το στρέφει προς τον δρόμο της πραγματώσεως , ο οποίος ολοκληρώνεται με την ισορρόπηση. Διά την ανάβλυση των βυθισμένων στην λήθη αυτών λειτουργιών, προαπαιτείται η αυτοπειθαρχία, η επίγνωση και ο συνεχής έλεγχος του φλοιού μιας υπάρξεως. Κάθε μικρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα φανερώσει εν συνεχεία την ενδελεχή δυσδιάκριτη αλληλεπίδραση των τριών λειτουργιών, κάτι το οποίο είναι απόρροια της μίας Ουσίας – Κέντρου, της οποίας εκφάνσεις αυτές αποτελούν. Η Ισορρόπηση των ομοούσιων εκφάνσεων οδηγεί και στην πλήρη επίγνωση – βίωση του Κέντρου. Κατά το ευγενέστερο για τους Αρίους μονοπάτι διαλογισμού η ουσιαστικότερη άσκηση δεν λαμβάνει χώρα σε κάποιο κάθισμα ή απομονωμένο χώρο, αλλά στην καθημερινή ζωή. Η Ιερατική λειτουργία αναδύεται στην πραγματική της κατάσταση, με την αληθινή της μορφή, την ώρα που ο φλοιός φοράει τον μανδύα του Στρατιώτη ή του Παραγωγού. Αντιστοίχως, η μαχητικότητα της στρατιωτικής φύσεως, αναβλύζει ως ακριβώς είναι πράγματι, την ώρα της πάλης για την καθυπόταξη του «εγώ», την πνευματική άσκηση και τις ανάγκες της «παραγωγής». Η Ενεργός Ζωή , όπως αυτή προσδιορίζεται από πληθώρα παραδοσιακών ανθρώπων ( ανάμεσά τους και ο Μάρκος Πάλλης) δείχνει τον δρόμο της συνεχούς – πλήρους εγρηγόρσεως ακόμη και όταν φαινομενικώς επικρατεί «ηρεμία» - «αφαίρεση». Η κατάσταση αυτή αποτελεί μία φυσική αρχή, μιας και η έννοια της ακινησίας αποτελεί ψευδαίσθηση του νου. Ακόμη και στο μικρότερο κομμάτι ύλης λαμβάνουν χώρα τιτάνιες συγκρούσεις, πόσο μάλιστα στο σύμπαν της υπάρξεως ενός ατόμου.
Ίσως θεωρηθεί πως μία διαχώριση των λειτουργιών, θα ήταν αποτελεσματικότερη και πιστότερη στην αρχέγονη καστική της μορφή. Πέραν του γεγονότος ότι αυτό είναι πρακτικά αδύνατον λόγω των διαφορετικών συνθηκών και περιβάλλοντος, αποτελεί μάλλον και μία βολική δικαιολογία αδρανών και δειλών. Εν μέσω χάους, εν μέσω αλλοτριώσεως και παρακμής, μία πολυμέτωπη μάχη , είναι εξουθενωτική. Σίγουρα θα υπάρξουν στιγμές κατάρρευσης, εξαντλήσεως και μεταπτώσεων. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, όμως, η ευγενέστερη διδασκαλία αφυπνίσεως των Αρίων είναι η αναζήτηση του βιώματος του «κενού», όπου δεν ζούμε τον Αγώνα, αφήνουμε τον Αγώνα να μας ζήσει, όπου με πρακτική άσκηση αντιμετωπίζουμε τις προσκολλήσεις, κάθε είδους πόνο, κάθε ψευδαίσθηση και ουδείς διαχωρισμός δύναται να διακριθεί μεταξύ του ιερού, της μάχης και της παραγωγής. Εκφάνσεις ιδίου κέντρου, πόλοι εντός της μίας φυσικής παρουσίας, όπου το δυναμικό τους την συγκρατεί συνεχώς εν δράσει.
Εμπρός στην Φλόγα, τρείς διαφορετικές σκιές, τρείς διαφορετικές μορφές, τρεις διαφορετικές «λειτουργίες», μα μία Αλήθεια, ένα Κέντρο. Η φυσική παρουσία ενός Αρίου, εφήμερης άσκησης, μάχης, παραγωγής, μα αιώνιας προσφοράς στο Αίμα της Κοινότητός του και ταυτοχρόνου συνενώσεως με το αγέννητο, το αθάνατο, το ακλόνητο…

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Στοιχεία φυλετικής διαπαιδαγωγήσεως


Ακολουθεί η παρουσίαση στα Ελληνικά 2 κεφαλαίων (12-13) από το βιβλίο ''Indirizzi per una educazione razziale'' (Naples 1941) - Στοιχεία Φυλετικής Διαπαιδαγωγήσεως -Νάπολη 1941 του Ιουλίου Έβολα.


Μετάφραση - Απόδοση : Πυθέας


Η φυλή και οι απαρχές

Η σημασία που αποκτά για την θεωρία μας η μελέτη των φυλετικών καταβολών μας και κατ’ επέκταση ολόκληρη η επιστήμη της προϊστορίας έχει ήδη αποσαφηνιστεί από τις αναφορές μας στο πεδίο εξέτασης του φυλετισμού «τρίτου επιπέδου». Κρίνεται, όμως , απαραίτητη η εισαγωγή σ' αυτά τα γνωστικά αντικείμενα επαναστατικών κριτηρίων, ταυτοχρόνως με την οριστική απομάκρυνση ορισμένου αριθμού προκαταλήψεων - χαρακτηριστικών της επιστημονικίστικης και θετικιστικής νοοτροπίας, οι οποίες ευνοούμενες από μια πλέον ξεπερασμένη ιστορική σχολή, δεν παύουν να παραμένουν στις πιο διαδεδομένες μορφές γενικής εκπαιδεύσεως. Εν συνεχεία, λοιπόν, θα δοθεί έμφαση σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών των τάσεων -σχολών.
Πρώτα απ' όλα πρέπει να ξεπεράσουμε την εξελικτική προκατάληψη στο όνομα της οποίας, και σε στενή σχέση με την προοδευτική και ιστορικίστικη τάση, ερμηνεύουμε τον κόσμο των απαρχών των ριζών μας, μα και ευρύτερα της προϊστορίας, σαν ένα σκοτεινό και άγριο κόσμο μιας ημιζωώδους ανθρωπότητας, η οποία σταδιακά και επώδυνα εκπολιτίστηκε και κατέστει ικανή να κατέχει μια κουλτούρα. Απεναντίας, αυτό που διαβεβαιώνει ο φυλετισμός ως επιστημονικό πεδίο είναι ότι υπήρξαν ήδη στην προϊστορική εποχή λαοί που εκτός από μια φυλετική καθαρότητα που έπειτα χάθηκε είχαν μια ευρεία κατανόηση του πνευματικού κόσμου η οποία εν συνεχεία παρήκμασε. Σαφώς δεν υπήρξαν «πολιτισμένοι» με την σύγχρονη έννοια της λέξης (βάσει της αναπτύξεως των πειραματικών επιστημών, της μηχανικής, του θετικού νομικού συστήματος κτλ), αλλά χαρακτηρίζονταν από μία ποιότητα κουλτούρας – χαρακτήρα καθώς και από μία μοναδική πνευματική αντίληψη του κόσμου, εκπορευμένη από πραγματικές επαφές με τις υπεράνθρωπες δυνάμεις της φύσεως. Είχαν αναπτύξει μια αντίληψη που δεν την «σκέπτονταν» μα την βίωναν, την συγκεκριμενοποιούσαν με τις παραδόσεις, την εξέφραζαν και την ανέπτυσσαν με σύμβολα, τελετουργίες και μύθους.
Σε σχέση μ' αυτή την θεώρηση μπορούμε να αντικρούσουμε την ορθότητά της από τα όρια που έχει φθάσει η έρευνα της προϊστορίας. Οι κατά το δυνατόν ολοκληρωμένες πρόσφατες φυλετικές υποθέσεις σχετικά με τις καταβολές του ανθρώπου μας οδηγούν γύρω από τον δέκατο προ χριστού αιώνα, ενώ μόλις πριν από λίγο καιρό έμοιαζε παρακινδυνευμένο να επικαλούμαστε πολιτισμούς που ανέρχονταν σε 2000 ή 3000 χρόνια προ χριστού. Όσον αφορά τώρα το γενικό πλαίσιο του προβλήματος αυτού που ονομάζουμε «καταγωγή», πρέπει να τοποθετηθούμε αποφασιστικά εναντίον του δαρβινισμού. Η αρχική προέλευση της ανθρωπότητας- στην οποία οι ανώτερες φυλές ,είτε αρχαίες είτε σύγχρονες, ανήκουν, δεν προέρχεται ούτε απ' τον πίθηκο, ούτε απ' τον άνθρωπο-πίθηκο της εποχής των παγετώνων (τον Μουστέριο άνθρωπο ή άνθρωπο του Νεάντερνταλ και τον άνθρωπο του Γκριμάλντι), γεγονός που οι μη φυλετιστές ειδικοί τείνουν όλο και περισσότερο να παραδέχονται επί του παρόντος. Ο πιθηκοειδής άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται σε έναν ιδιαίτερο ανθρώπινο κλάδο, ως επί το πλείστον σε τροχιά εξαφάνισης, παρά μόνο μέσα από εκείνα τα στοιχεία που λανθασμένα του ενσωματώθηκαν από άλλες πολύ συγκεκριμένες ανώτερες ανθρώπινες φυλές λόγω κοινού τόπου παρουσίας τους. Η παρουσία βεβαίως των ανθρωπίνων φυλών υπήρξε πολύ μεταγενέστερη για να μπορεί να θεωρηθεί μία συνέχεια, ενώ, βεβαίως, δεν λαμβάνονται υπόψιν και οι μετακινήσεις αυτών των ανθρωπίνων φυλών από μέρη – κοιτίδες τα οποία ερημώσαν ή καταστραφήκαν από κατακλυσμούς και άλλες κλιματικές αλλαγές.
Αποτελεί καίριας σημασίας σημείο για την αντίληψη της θεάσεως του φυλετισμού η διαστρέβλωση αυτή. Το ανώτερο δεν δύναται να παραχθεί εκ του κατωτέρου. Μέσα στο μυστήριο του αίματός μας, στα αβυσσαλέα κατάβαθα της οντότητάς μας, παραμένει ανεξίτηλη η κληρονομικότητα των αρχέγονων περιόδων. Δεν πρόκειται, όμως, για μια κληρονομικότητα βαναυσότητας, απελευθερωμένων κτηνωδών και αγρίων ενστίκτων κατά την Εβραϊκή ψυχανάλυση της οποίας επέκταση είναι και ο «εξελικτισμός» και ο «δαρβινισμός». Αντιθέτως αυτή η κληρονομικότητα εκ των απαρχών, αυτή η κληρονομιά που πηγάζει απ' το βάθος των αιώνων είναι μια κληρονομιά Φωτός. Η δύναμη των αταβισμών, σαν έκφραση των κατωτέρων ενστίκτων, δεν ανήκει σ' αυτήν την θεμελιώδη κληρονομιά. Είναι κάτι είτε γεννημένο και ανεπτυγμένο είτε γεννήθηκε σύμφωνα με μια διαδικασία υποβάθμισης, υποχώρησης ή πτώσης (η ανάμνηση της οποίας παραμένει υπό την μορφή διαφόρων μύθων στις παραδόσεις σχεδόν όλων των λαών), είτε προέρχεται από μια μόλυνση, από έναν υβριδισμό, που οφειλόταν σε ξένη συμβολή και στις περιπέτειες του ανθρώπου της εποχής των παγετώνων. Είναι η φωνή ενός άλλου αίματος, μιας άλλης φυλής, μιας άλλης φύσεως, για την οποία δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι ανθρώπινη παρά μόνο από μεροληψία. Όπως και να 'χει, κάθε φορά που αισθανόμαστε την ορθότητα της πλατωνικής ρήσης: ''δυο ψυχές παλεύουν μέσα μου'', πρέπει να την ερμηνεύουμε στο φως αυτού που μόλις εκθέσαμε για να καταλάβουμε το ακριβές της νόημα. Μπορεί να ταχθεί με το μύθο του εξελικτισμού και του δαρβινισμού μόνο ο άνθρωπος μέσα στον οποίο κυλά η άλλη κληρονομικότητα (αυτή που εισήχθη έπειτα από την υβριδοποίηση), διότι κι αυτή επίσης κατάφερε να καταστεί αρκετά δυνατή για να επιβληθεί και να πνίξει κάθε αίσθηση της παρουσίας της πρώτης.
Μια άλλη προκατάληψη που πολεμήθηκε από τον φυλετισμό είναι αυτή που συμπεριλαμβάνεται στην γνωστότατη ρύση: Ex Oriente lux (σ.τ.μ. Εξ' ανατολών το φώς). Σε πολλούς παραμένει σήμερα η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι αρχαιότεροι πολιτισμοί είχαν γεννηθεί στην ανατολική λεκάνη της μεσογείου ή στην δυτική Ασία καθώς και ότι υπήρξαν αυτοί σε συνδυασμό με την Εβραϊκή θρησκεία οι «φωτοδότες» της Δύσεως. Μιας Δύσεως η οποία μέχρι μία μεγάλη ύστερη περίοδο, κυρίως στις βόρειες περιοχές, θα είχε μείνει στην αγρία και βάρβαρη κατάσταση. Βάσει της επιστήμης του φυλετισμού έχουμε κι εδώ ακόμη μια τελείως διαφορετική σκοπιά. Αυτοί οι ασιατικοί πολιτισμοί δεν έχουν για εμάς τίποτα το πρωταρχικό - αυθεντικό, τίποτα το «καθαρό». Οι ρίζες του υψηλού πολιτισμικού επιπέδου της Λευκής Φυλής, και γενικότερα των ινδοευρωπαίων, δεν είναι ανατολικές αλλά δυτικές και βορειοδυτικές. Όπως έχει σημειωθεί, συμβαίνει να έχουμε φτάσει σ' αυτόν τον τομέα σε μια προϊστορία που μέχρι χθες ακόμα θα θεωρούσαμε μυθική. Απέναντι στη λάμψη μιας τέτοιας βορειοδυτικής και Αρίας προϊστορίας, οι ασιατικο-ανατολικοί πολιτισμοί μας φαίνονται ήδη σκοτεινοί και υβριδικοί τόσο από πνευματικής άποψης όσο κι από φυλετικής. Ό, τι το πραγματικά μεγάλο και φωτεινό κρύβουν προέρχεται στην πραγματικότητα από την αρχική πολιτισμική δράση πυρήνων που ανήκαν στην κυριαρχική βορειοδυτική φυλή που είχε άλλοτε εξαπλωθεί μέχρι εκεί.


Οι βορειο-δυτικές μετακινήσεις


Το ''φως του βορρά'', το ''υπερβόρειο μυστήριο'': αυτό είναι λοιπόν ένα θεμελιώδες πεδίο για το φυλετικό μας δόγμα. Ένα πεδίο το οποίο σε κάποιους θα φανεί παράδοξο, σε κάποιους άλλους ακόμη και ύποπτο ή δυσφημιστικό για τις Μεσογειακές μας παραδόσεις (σ.τ.μ. Ο αναγνώστης ας λάβει υπόψιν του ότι ο Έβολα απευθύνεται το 1941 σε ένα ιταλικό κοινό, κάτι που μας κάνει να πιστεύουμε ότι οι αντιρρήσεις και οι αντιδράσεις που το κείμενο θα συναντούσε ενδεχομένως και στην Ελλάδα δεν θα διέφεραν κατά πολύ από αυτές που ο μεγάλος διανοητής είχε υπόψιν του για την Ιταλία, κυρίως σε μια συγκυρία υποχώρησης για την Ιταλία και θριάμβου για την Γερμανία-1941) . Συνεπώς κάποιες διασαφηνίσεις επιβάλλονται.
Πρώτον, όταν μιλάμε για Βόρειο χώρο, δεν αναφερόμαστε στον γερμανικό χώρο. Η πρωταρχική κοιτίδα της Αρίας φυλής πρέπει αντιθέτως να προσδιοριστεί με μια περιοχή που ανταποκρίνεται στην σημερινή Αρκτική. Κι αυτό στην πολύ μακρινή προϊστορική εποχή την οποία αναφέραμε πιο πάνω. Αργότερα, πάντα στην προϊστορική εποχή, το κέντρο ακτινοβολίας δείχνει να συγκεντρώνεται σε μια βορειοδυτική περιοχή. Σε άλλα έργα μας, υποδείξαμε τις αναφορές που δικαιολογούν μια παρόμοια θέση-η οποία εξάλλου ανταποκρίνεται σε αναθυμήσεις και σε παραδοσιακές διδασκαλίες οι οποίες, σε όλους τους πολιτισμούς, συγκλίνουν. Ακόμη κι από γεωγραφικής απόψεως δύναται να γίνει αποδεκτό ότι η Αρκτική (ή, αν θέλετε, η Υπερβορεία) δεν έγινε μια ακατοίκητη περιοχή αιωνίων παγετών παρά λίγο-λίγο και από μια δεδομένη εποχή κι έπειτα. Όσο για την δεύτερη κοιτίδα (την βορειοδυτική) θα είχε, όπως φαίνεται, εξαφανισθεί έπειτα από έναν υποβρύχιο κατακλυσμό.
Όσον αφορά τον θόρυβο που προκλήθηκε από αυτή την βορειο-αρία φυλετική θεώρηση , αυτός οφείλεται σε παρερμηνεύσεις - διαστρεβλώσεις. Η υποστήριξη μιας τέτοιας θέσεως δεν σημαίνει καθόλου προσχώρηση στον παν - γερμανικό μύθο, ο οποίος αφού έκανε σχεδόν συνώνυμους τους όρους «βόρειος» και «γερμανικός» (σ.τ.μ. την ευρύτερη αρχαία έννοια: germanique/germanic), ''άριος'' και ''γερμανικός'' (σ.τ.μ με την σύγχρονη εθνική έννοια), διατείνεται τώρα ότι οτιδήποτε το ανώτερο υπάρχει στα διάφορα έθνη και τους πολιτισμούς της ηπείρου μας προερχόταν απ' τα γερμανικά στοιχεία- ενώ ό, τι δεν ανάγονταν σ' αυτά ήταν κατώτερο και υποδεέστερο. Ακριβώς για να αποφύγουμε αυτού του είδους τις συγχύσεις , προς σεβασμό έναντι της πρωταρχικής Αρίας φυλής, χρησιμοποιούμε τον όρο Υπερβόρειος, ο οποίος διαμορφώθηκε εν Ελλάδι σε μια εποχή όπου αγνοούσαν τα πάντα για τους Γερμανούς. Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί πλήρως ότι Άριος , βόρειο -Άριος , βόρειο-δυτικός κ.τ.λ. δεν σημαίνουν, στο πλαίσιο μιας σοβαρής φυλετικής θεωρίας, «γερμανικός» (σ. τ. μ. με την στενή σύγχρονη εθνική σημασία) και «γερμανικός» (σ.τ.μ. με την ευρύτερη μεσαιωνική έννοια ). Είναι όροι που υποδεικνύουν μια πολύ πιο ευρεία πραγματικότητα. Αναφέρονται σε μια ρίζα της οποίας οι γερμανικοί λαοί της εποχής των εισβολών δεν είναι παρά μια από τις πολυάριθμες διακλαδώσεις, διότι οι πιο μεγάλες φυλές δημιουργοί πολιτισμού είτε στην Ανατολή είτε στην Δύση (η αρχαία Περσία, η αρχαία Ινδία, η πρώιμη Ελλάδα και η ίδια η Ρώμη) θα μπορούσαν δικαιολογημένα να ανάγουν εκεί την καταγωγή τους. Μεταξύ όλων αυτών των φυλών, αυτό που μπόρεσε να υπάρξει, είναι ένας όμαιμος συσχετισμός, όμως σε καμιά περίπτωση αποκλειστική προέλευση. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για προέλευση παρά μόνο σε σχέση με αυτήν την κοινή Υπερβόρεια καταγωγή που αναφέραμε προηγουμένως- η οποία ανάγεται βέβαια σε μια τόσο μακρινή προϊστορία ώστε κάθε απαίτηση, απ' την πλευρά οποιουδήποτε ιστορικού λαού (πόσο μάλλον αν είναι και πρόσφατος) να θέλει να την παρουσιάσει ως αποκλειστικά δική του καταγωγή, είναι πολύ απλά και καθαρά παραλογισμός.
Η εξάπλωση των βόρειο – Αρίων πληθυσμών ακολούθησε δυο βασικές κατευθύνσεις: η μια οριζόντια (ερχόμενη εκ Δυσμάς περνώντας απ' την μεσόγειο, τις Βαλεαρίδες, την Σαρδηνία, την Κρήτη και την Αίγυπτο), ή άλλη διαγώνια (κατευθύνσεις βόρειο-δυτικά βόρεια-ανατολικά , απ' την Ιρλανδία μέχρι την Ινδία, με εντοπισμένα κέντρα στις παραδουνάβιες περιοχές και τον Καύκασο- ο οποίος χωρίς να είναι, όπως πιστεύονταν, η κοιτίδα της λευκής φυλής, υπήρξε μια εστία εξάπλωσης στην πορεία που ακολουθήθηκε από ένα εκ των βόρειο-αρίων ρευμάτων). Ειδικά, όσον αφορά την μετακίνηση των γερμανικών λαών σε σχέση με τις δυο προηγούμενες, ανάγεται σε μια ασυγκρίτως πιο πρόσφατη εποχή-υπόψιν ότι εδώ, μετράμε με χιλιετίες. Κατά μήκος αυτού του οριζόντιου άξονα και, εν μέρη, έπειτα από συναντήσεις με τον διαγώνιο άξονα πάνω στην ευρασιατική ήπειρο, γεννήθηκαν οι πιο μεγάλοι πολιτισμοί της μεσογειακής λεκάνης- αυτοί που γνωρίζουμε όπως κι αυτοί απ’ τους οποίους τίποτα δεν έφτασε ως εμάς, πέρα από κάποια εκφυλισμένα κατάλοιπα. Σε σχέση με τέτοιους πολιτισμούς, λαμβάνοντας υπόψιν αυτούς τους εντελώς καινούριους προϊστορικούς ορίζοντες, πρέπει να δούμε στους βορειο-γερμανικούς λαούς της περιόδου των εισβολών απλούς επιγόνους, ανθρώπους δηλαδή προερχόμενους απ' την κοινή οικογένεια, οι τελευταίοι που εμφανίστηκαν στην σκηνή της ιστορίας. Από κάθε άποψη, δεν εμφανίστηκαν επουδενί οι «καθαροί».
Βέβαια, μη έχοντας πίσω τους όλο αυτό το παρελθόν των άλλων ομάδων της ίδιας οικογενείας, εκείνοι δεν εκτέθηκαν το ίδιο στον κίνδυνο των προσμείξεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φυσικά και βιολογικά εμφανίστηκαν περισσότερο ''εν τάξει''. Επιπλέον, η ζωή τους σε περιοχές όπου οι κλιματικές συνθήκες όπως αυτές του κέντρου (της Ευρώπης σ.τ.μ.), είχαν γίνει πολύ σκληρές . Σε συνδυασμό με το ότι υπήρξαν οι τελευταίοι που τις αφήσαν ενισχύθηκε η διαδικασία επιλογής. Έτσι επιβεβαιώθηκαν και ενισχύθηκαν κλίσεις χαρακτήρα όπως η επιμονή, η επινοητικότητα και το θάρρος, ενώ η απουσία κάθε επαφής με τις εξωτερικές και αστικές μορφές πολιτισμού κρατήσαν ζωντανές για πολύ καιρό, στους γερμανικούς λαούς, τις σχέσεις άνδρα προς άνδρα που δένονταν απ' τις πολεμικές αρετές και το αίσθημα της τιμής και της αφοσίωσης.
Τα πράγματα, όμως, εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά όσον αφορά τον ειδικώς πνευματικό τομέα αυτών των απογόνων της βόρειο-Αρίας φυλής, ο ποίος υπέστη μία εμφανή κατάπτωση. Οι παραδόσεις είδαν το μεταφυσικό και πρωταρχικό «ηλιακό» τους περιεχόμενό να θολώνει. Έγιναν ατελείς, ξέπεσαν στο φολκλόρ, τα σαγκά (σ.τ.μ. saga: σκανδιναβικά ηρωικά ποιήματα ) και τις λαϊκές δεισιδαιμονίες. Επιπλέον, περισσότερο κι απ' την ανάμνηση των καταβολών, κατάφερε να επικρατήσει μέσα σ' αυτές τις (σ.τ.μ. γερμανικές ) παραδόσεις η μυθοποιημένη ανάμνηση των τραγικών δοκιμασιών ενός εκ των κέντρων του υπερβόρειου πολιτισμού: αυτού των Άσες (Ases), ή θεϊκών ηρώων του ''Μίτγκαρντ'' (Midgard),-απ'όπου προέρχεται και το πολύ γνωστό θέμα του ''ράγκνα-κεκκρ'' (ragna-kökkr), μεταφραζόμενο κοινώς ως το ''λυκόφως των θεών''. Έτσι λοιπόν, για να προσανατολιστεί κανείς ανάμεσα στις βόρειο-γερμανικές παραδόσεις των λαών της λεγόμενης εποχής των εισβολών και για να καταλάβει την πραγματική σημασία των βασικών συμβόλων και των αναθυμήσεων που εσωκλείουν πρέπει να αντλήσει σημεία αναφοράς απ' την εμπεριστατωμένη μελέτη των αρχαιοτέρων Αρίων παραδόσεων στις οποίες διατηρήθηκαν σε καθαρότερη και πληρέστερη μορφή τα ίδια αυτά διδάγματα- παραδόσεις, που και πάλι, δεν είναι «γερμανικές», αλλά υπάγονται στους αρχαίους Αρίους πολιτισμούς της Ινδίας, της Περσίας, της Ελλάδος και της ίδιας της Ρώμης. Ορισμένοι Γερμανοί φυλετιστές, όπως ο Γκύντερ (Günter), είναι απ' τους πρώτους που το παραδέχονται αυτό ασυζητητί.
Συνεπώς το γενικό πλαίσιο του προβλήματος των καταβολών έτσι όπως μόλις το εκθέσαμε δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να προκαλέσει ένα αίσθημα κατωτερότητας ή υπόταξης απ' την πλευρά μας, ως Ιταλών, σε σχέση με τους πιο πρόσφατους, γερμανικούς λαούς. Απεναντίας, όπως τα καλύτερα στοιχεία του ιταλικού λαού ανταποκρίνονται, απ' την άποψη της ''φυλής του σώματος'', σε ένα τύπο που πρέπει να θεωρηθεί ως προερχόμενος απ' αυτόν της βόρειας φυλής, έτσι μπορούμε να βρούμε και μέσα στην κληρονομιά των πιο υψηλών μας παραδόσεων (οι οποίες τις περισσότερες φορές ανάγονται στα πρωταρχικά χρόνια), τα ίδια στοιχεία που χαρακτηρίζουν την «φυλή της ψυχής» (με όρους προτύπου ζωής, ήθους κτλ) και την κοινή σε όλους τους μεγάλους Αρίους και βόρειο-Αρίους πολιτισμούς κοσμοθέαση. Κατά συνέπεια αυτό που θέτουμε υπό αμφισβήτηση, με την βόρειο-αρία θέση που υπερασπίζεται ο δικός μας φυλετισμός, είναι το δικαίωμα οποιουδήποτε λαού να σφετεριστεί και να μονοπωλήσει το μεγαλείο της κοινής καταγωγής, κάτι που σημαίνει ότι εμείς, στο μέτρο που είμαστε ή θέλουμε να είμαστε οι κληρονόμοι του αρχαίου και Αρίου ρωμαϊσμού, όπως και του ρωμαίο-γερμανικού πολιτισμού που τον διαδέχτηκε, δεν δεχόμαστε να απαξιωθούμε από κανέναν σε θέματα υπερβορείου πνεύματος, κλίσης και παραδόσεων.
Εννοείται ότι μια τέτοια τοποθέτηση μας δεσμεύει διότι μας οδηγεί απ' τον θεωρητικό στον δρώντα και δημιουργικό φυλετισμό. Σε αυτόν που μέσα στον γενικό διαφοροποιημένο ιταλικό τύπο του σήμερα συνίσταται στην άντληση και την επιβεβαίωση με όλο και πιο ουσιαστικό και σαφή τρόπο του φυσικού και συνάμα πνευματικού τύπου της εξαίρετης φυλής μας - ο οποίος τύπος είναι εξίσου παρών τόσο στον ιταλικό όσο και στον γερμανικό λαό. Βεβαίως, και ο ένας και ο άλλος στενάζουν υπό το βάρος (σ.τ.μ. ξενικών ) φυλετικών καταλοίπων, άλλων φυλετικών συνιστωσών και συνεπειών προγενεστέρων διαδικασιών βιολογικής και πολιτισμικής παρακμής.
Η σημασία της σωστής τοποθέτησης του προβλήματος των καταβολών για την διαμόρφωση της θέλησης και της αυτογνωσίας ενός νέου τύπου Ιταλού είναι τώρα καταφανής. Απ' αυτήν απορρέει πραγματικά η δύναμη της Ιδέας, ένα αίσθημα αξιοπρέπειας και ανωτερότητας, μακράν από μία ψευδή υπεροψία, βασισμένο όχι σε συγκεχυμένους μύθους προς απλή πολιτική χρήση, αλλά σε σαφέστατες παραδοσιακές γνώσεις.



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Η Μυκηναϊκή Προέλευση της Ελληνικής Μυθολογίας

«Η Μυκηναϊκή Προέλευση της Ελληνικής Μυθολογίας» αποτελεί έργο του Σουηδού καθηγητού Martin Person Nilsson και πρωτοεκδόθηκε το 1932 από τις εκδόσεις του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, ενώ κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δωδώνη το 1979 σε μετάφραση του Ι.Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος. Ο M.P.Nilsson γεννήθηκε στο Kristiansad της Σουηδίας το 1874 και πέθανε στο Lund τον Απρίλιο του 1967. Διετέλεσε καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Lund και καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.

Στο αναφερόμενο βιβλίο του ο καθηγητής Nilsson εξετάζει τις απαρχές της ελληνικής ηρωικής μυθολογίας και παραθέτει τις απόψεις των διαφόρων σχολών και μελετητών επί του θέματος, όπως της συγκριτικής μυθολογίας που μέσω της συγκρίσεως των ελληνικών ηρωικών παραδόσεων με αυτές των υπόλοιπων Αρίων λαών, τις ήθελε να είναι παλαιότερες από την εμφάνιση των πρωτοελληνικών φύλων στην Χερσόνησο του Αίμου, ή της ιστορικής σχολής η οποία αποδεχόμενη την ύπαρξη κάποιων επών πριν την εποχή του Ομήρου, απέδιδε εντούτοις όχι μόνο την ανάπλαση, αλλά και την γέννηση πολλών μύθων στην επική ποίηση, δηλαδή στην ομηρική και μεταομηρική περίοδο. Αναλύει τους μύθους της Πελοποννήσου, της Αττικής, των Ιονίων Νήσων, της Βοιωτίας και της Θεσσαλίας καθώς και αυτούς που αφορούν τον Ηρακλή. Βασιζόμενος στα αρχαιολογικά τεκμήρια της εποχής του καθώς και στις φιλολογικές πηγές, αποδέχεται τον ρόλο των τραγικών και παλαιότερα των επικών ποιητών στην διαμόρφωση των μύθων, αλλά οδηγείται στο συμπέρασμα πως ο πυρήνας των ηρωικών παραδόσεων για την Τροία, την Θήβα, τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Βελλερεφόντη και άλλους ήρωες είχε δημιουργηθεί ήδη κατά την μυκηναϊκή εποχή. Βασίζει την θέση του αυτή: α) στην ύπαρξη λαμπρών ηρωικών παραδόσεων σε περιοχές όπου ανακαλύφθηκαν σημαντικά μυκηναϊκά ευρήματα όπως οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Πύλος και η Θήβα, β) στις συνθήκες της περιόδου εκείνης: όπως την κυριαρχία μίας πολεμικής αριστοκρατίας, στις σχέσεις των κατά τόπους αρχόντων και στην συνεχή μετανάστευση φύλων και γ) στο ότι πολλές από αυτές τις τοποθεσίες ήταν ασήμαντες κατά την μεταμυκηναϊκή, γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδο.

Καταλήγει λοιπόν στην διαπίστωση πως οι συνθήκες της μυκηναϊκής Ελλάδος ήταν αυτές που προσέφεραν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη ασμάτων που εξυμνούσαν τους αγώνες τοπικών ηρώων και αρχόντων. Στα άσματα αυτά με την πάροδο του χρόνου προστέθηκαν και άλλα στοιχεία, ενώ αποτέλεσαν και την πρώτη ύλη πάνω στην οποία δούλεψαν ο Όμηρος, οι επικοί και οι τραγικοί ποιητές, για να φτάσουν τελικά οι μύθοι σε εμάς, με την μορφή που τους γνωρίζουμε.

Σύνδεσμος με την αγγλική έκδοση του βιβλίου:http://www.sacred-texts.com/cla/mog/mog00.htm

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Θείος Κόσμος




Οι τρεις διάδοχες θρησκευτικές εξουσίες στην Ελλάδα σηματοδοτούσαν βεβαίως τους τρεις αναβαθμούς του φιλοσοφικού στοχασμού των μακρινών εκείνων προγόνων μας. Είχαν όμως και ομαλή συνέχεια μεταξύ τους και πολλές αντιστοιχίες. Οι ολύμπιοι θεοί ήσαν 12, όπως 12 ήσαν και οι ουρανιώνες. Το επί κεφαλής ζεύγος των θεών Ουρανός-Γη μετεβλήθη σε Κρόνο-Ρέα και αργότερα σε Δία-Ήρα, πάντοτε δε ο άρρην θεός συμβόλιζε το Πνεύμα , την Βούλησι, τον «άρρενα Λόγον» του κόσμου, ενώ η θηλυκή θεότης την ύλη, την Μνήμη, την Μορφή. Η μητέρα Γη στο δωδεκάθεο του Ολύμπου αποδιδόταν αρχικά με την Ήρα (ίδιας ίσως ετυμολογικής προελεύσεως με την Ρέα), αλλά αργότερα τον ρόλο αυτό ανέλαβε η Δημήτηρ (Γη-Μήτηρ), οπότε η Ήρα άλλαξε συμβολισμό, αποδίδοντας το Θήλυ-Σύζυγο, την οικογενειακή σύντροφο και κατ’ επέκτασιν την οικογενειακή εστία – μετά απ’ αυτήν την μετατόπισι επεσκιάσθη φυσιολογικά η πανάρχαια θεά Εστία, η οποία συγχωνεύτηκε με την «Μεγάλη Μητέρα» Ρέα. Έτσι στην εποχή του Διός υποβαθμίστηκε βαθμηδόν η σημασία της Γης, αφού έπαψε να είναι ισόβαθμη με τον Δία θεά, ενώ αναβαθμίστηκε το άρρεν στοιχείο, το πνευματικό, το ολύμπιο.
Με την επικράτισι της ολυμπιακής θρησκεία, όμως μας λέγει ο Όμηρος, τα τρία παιδιά του Κρόνου και της Ρέα μοιράσθηκαν τον Κόσμο. Ο Ζεύς βασίλευσε στον Ουρανό, ο Ποσειδών στην Θάλασσα και ο Άδης στον Αέρα (το βασίλειο των νεκρών, αφού τα σώματά τους τότε εκαίοντο). Τα άλλα δύο μέρη του Κόσμου έμειναν κοινά για όλους : η Γη και ο «μακρός Όλυμπος». Αυτή η 5μερής σύστασι του Κόσμου είχε υποστή μεγάλη εμβάθυνσι και πολλή επεξεργασία από την αρχαία σκέψι όλων των εποχών. Τα 4 πρώτα αφορούν στις υπάρχουσες μορφές της ύλης, την στερεά, την αέρια, την υγρή και την ακτινοειδή (των quanta, λέγομε σήμερα). Αντίστοιχοι εποπτεύοντες θεοί ήσαν η Ρέα, ο Άδης, ο Ποσειδών και η Εστία. Εκεί ανάγονται τα σύμβολα του δίκρανου για τον Άδη, που ηγείτο της δεύτερης Ουσίας του κόσμου, της τρίαινας για τον Ποσειδώνα, που ηγείτο της τρίτης Ουσίας, αλλά καί του διαδήματος με τους τέσσερεις πύργους που έφερε η προϊσταμένη της τετάρτης Ουσίας Εστία. Το πέμπτο στοιχείο όμως του Κόσμου, το ολύμπιο (Ζεύς), δεν είναι υλικό. Κατά τον Πλάτωνα, υπάρχει η Γη, ο Αέρας, το Ύδωρ και το Πυρ (που δίδεται εξ ουρανού), ενώ η πέμπτη ουσία είναι υπεραισθητή, θεία, αυτή που διαπερνά τα πάντα. Με άλλη ερμηνεία, οι 5 Ουσίες του Κόσμου εκδηλώνονται στις 5 βαθμίδες της ζωής, την Άβιο, την Φυτική, την Ζωώδη, την Ανθρώπινη και την Θεία. Αυτήν ακριβώς την ολύμπια «πεμπτουσία του κόσμου» συμβόλιζε το πανάρχαιο Ε’, που υπήρχε στο ξύλινο αέτωμα του πρώτου δελφικού ναού (πριν καή το -548). Στους ύστερους χρόνους φαίνεται πως δεν κατανοούσαν πια αυτό το έμβλημα – άλλο το ανέφεραν σαν Ε και άλλοι σαν Ει – και γι’ αυτό η ερμηνεία του έμενε μυστηριώδης. Δόθηκαν ερμηνείες για την περίπτωσι του υποθετικού ει, γι’ αυτήν του ρήματος εἶ (δεύτερο πρόσωπο του ειμί), γι’ αυτήν του γράμματος Ε, γι’ αυτήν του απολύτου αριθμητικού 5 (πέντε) και άλλες. Μέχρι και το μινωικό σύμβολο (Bates) ή και … βαρβαρικό υπέθεσαν (Καραθεοδωρής). Την περίπτωσι όμως του τακτικού αριθμητικού (πέμπτος), παραδόξως δεν την ενετόπισαν (μολονότι ο Πλούταρχος ανεφέρθη στις «πέντε» ουσίες του κόσμου). Σ’ έναν όμως ναό αφιερωμένο στον θεό δεν θα υπήρχε όντως καταλληλότερο έμβλημα από το σύμβολο της πέμπτης συνιστώσης του κόσμου, της θείας – μιας συνιστώσης όμως, που ταυτόχρονα είναι και η συνισταμένη του. Διότι, σύμφωνα με τον Ορφισμό, όλες οι ουσίες του κόσμου είναι πράγματι παραλλάσσοντα σχήματα μιας και μοναδικής Ουσίας. «Ἕν δέ δέμας βασίλειον, ἐν ὦ τάδε πάντα κυκλεῖται, πῦρ καί ὕδωρ καί γαῖα καί αἰθήρ, νύξ τε καί ἧμαρ». Μία είναι κατά βάθος η Ουσία του κόσμου, η Θεία, η οποία σαν ύλη ιριδίζει στις άλλες τέσσερις μορφές. Ο Πλωτίνος δίνει άλλη παρομοίωσι : Μία είναι η Ουσία του κόσμου, η ψυχική, η οποία σαν φως αφήνει κάπου μια σκιά – αυτή είναι η ύλη! Όλα τα αισθητά σώματα είναι έμψυχα, όπου το αισθητό τους μέρος αποτελεί την σκιά της ψυχής τους. Επομένως, η ύλη δεν υπάρχει πράγματι! «Η ύλη είναι το στοιχείο της μηδαμινότητος που υπάρχει μέσα στα αισθητά όντα».


Με την εισαγωγή των Ολύμπιων θεών η θρησκευτική ενόρασι του ελληνικού κόσμου πλουτίσθηκε και ολοκληρώθηκε. Νέοι μεγάλοι θεοί, πνευματικοί ρυθμισταί των παγκοσμίων τυχών και των τυχών των ανθρώπων, συμπλήρωσαν το Ελληνικό Πάνθεο. Αυτή η πολυθεΐα του ελληνικού κόσμους ήταν που αργότερα θα κατακρινόταν και τα διαβαλλόταν. Η διάκρισι όμως μεταξύ Μονοθεϊσμού και Πολυθεϊσμού αποτελεί βεβαίως κατά βάσιν μια πλάνη της γήινης λογικής μας. Τα «ένας» και «πολλοί» είναι έννοια αριθμητική, που μικρή αξία έχει στον υπεραισθητό κόσμο. Είναι διάκρισι που έγινε μεταγενέστερα, όταν προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν και τον Θεό-Πνεύμα, κατατάσσοντας κι Αυτόν σε λογικές κατηγορίες, κι απετέλεσε απλώς αφορμή για συγκρούσεις μεταξύ φανατικών. Ο ελληνικός στοχασμός δεν έκανε τέτοιες αφελείς διαστολές. Αντίκρυζε ταυτόχρονα τον Θεό και τους Θεούς. «Ο λατρεύων τους θεούς λατρεύει τον θεόν», έλεγεν ο Πλωτίνος. Ο Θεός δεν έχει καμιά νοητή ιδιότητα, προσέθετε. Είναι πέραν του νοητού, αδιανόητες και αδιάγνωστος. Μπορούμε να πούμε μόνο, τι δεν είναι, κι όχι τι είναι!
[…]
Είναι αυθάδες να πιστεύει ο άνθρωπος ότι είναι το ανώτατο έμβιο ον στον κόσμο, όπως αυθάδης ήταν άλλοτε η πίστι του ότι η Γη αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος, πέριξ της οποίας περιστρέφεται τάχα το παν. Σήμερα ξέρουμε ότι η Γη μας δεν είναι παρά ένα μικρό ουράνιο σώμα, από τα τρισεκατομμύρια που υπάρχουν. Ξέρουμε, επίσης, ότι υπάρχει μια κλιμακωτή διαβάθμισι έμβιων όντων, φυτών, ζώων, ανθρώπων – περιλαμβανομένων ακόμη και των «δυνάμει ζώντων» ορυκτών. Η κλιμακωτή αυτή διαβάθμισι ασφαλώς συνεχίζεται και πολύ υπεράνω του ανθρώπου, έστω κι αν η χαμηλή ανθρώπινη ορατότης δεν μας επιτρέπει να την δούμε και να την γνωρίσουμε. Αυτή ήταν η μεγάλη ενορατική πίστι του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, την οποία κανείς μεγάλος εκείνου του κορυφαίου πολιτισμού δεν αμφισβήτησε ποτέ. Δεν ήταν αφέλεια η αρχαία πίστι σε πολυάριθμους ήρωες, νύμφες, ημίθεους, θεούς. Ήταν κραταιά σύλληψι της ελληνικής μεγαλοφυΐας και ευσέβειας, που έβλεπε όλον τον κόσμο πλήρη πνευματικών, θείων δυνάμεων. «Θεών είναι πλήρη πάντα», έλεγε ο σοφός Θαλής.
Όλες οι αμέτρητες θεϊκές δυνάμεις, που γεμίζουν τον κόσμο, δεν είναι βέβαια ανεξάρτητες μεταξύ τους. Τα πάντα λειτουργούν αρμονικά, διότι μια είναι η θεία ουσία του κόσμου. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει επίσης αντίφασι μεταξύ Θεϊσμού και Πανθεϊσμού, αφού, όπως επισημαίνει ο Πλωτίνος, ο Θεός υπέρκειται των πάντων (Θεϊσμός), αλλά ταυτοχρόνως περιλαμβάνει και τα πάντα (Πανθεϊσμός). Οι μυριάδες θεϊκές δυνάμεις που γεμίζουν τον κόσμο μας, μολονότι συμβαίνει συχνά και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, είναι εκφάνσεις και βουλήσεις του Ενός. Μολονότι επίσης υπάρχουν και διαβαθμίσεις των θεϊκών υποστάσεων, όπως μας λέγει ο Πλούταρχος, όλες όμως είναι μέρη του όντως Όντος. Το ελληνικό πνεύμα έχοντας επίγνωσι αυτής της υπερβατικής πραγματικότητος, θέλησε να ονομάσει τις διάφορες θεϊκές υποστάσεις και τους έδωσε συχνά ονόματα επιφανών ανθρώπων, οι οποίοι μετά θάνατον εθεωρήθη ότι αποπνευματώθηκαν και ηρωοποιήθηκαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι αυτοί έγιναν μετά θάνατον θεοί, αλλά χρησιμοποιήθηκαν τα ονόματά τους για να ονοματισθούν οι θείες εκείνες υποστάσεις, οι οποίες άλλως θα ήσαν άρρητες. Βεβαίως επίστευαν οι Έλληνες ότι οι αγαθοί και επιφανείς άνθρωποι μετά θάνατον ανέρχονται σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα ήρωος ή «δαίμονος», η βάπτισι δε πολλών θεών έγινε με τα ονόματα τέτοιων δαιμόνων. Έτσι, π.χ. το όνομα του ιεροφάντη Ερμή του τρισμέγιστου, που έδρασε στην Αίγυπτο, απεδόθη σ’ έναν ολύμπιο θεό, όπως έγινε και με τον Διόνυσο, που υπήρξε μέγας ηγέτης του ελληνισμού στην Ανατολή. Άλλοι όμως ολύμπιοι θεοί πήραν ονόματα από τα βασίλεια του κόσμου, όπου κυριαρχούν, όπως η Δημήτηρ, ο Άρης, ο Πλούτων, κ.λ.π.
Οι ολύμπιοι θεοί ήσαν οι ανώτατες βουλήσεις του Θεού, οι θείοι νόμοι. Καθένας είχε το «βασίλειό του». Με τους νόμους Του εκδηλώνει το Θείον την βούλησί Του. Αυτοί είναι που «τάσσουν» τον κόσμο. Και πέρα απ’ αυτούς, ένα άλλο τεράστιο πλέγμα θείων νόμων υπάρχει στην Φύσι, που το ελληνικό πνεύμα προσωποποιούσε σε χιλιάδες ημίθεους, δαίμονες, νύμφες, ήρωες. Αυτούς τους νόμους προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν οι Έλληνες με την φιλοσοφίας του, για να πληροφορούνται την Θεία Βουλή και να μπορούν να ζουν σύμφωνα με αυτήν. «Ἄλλαι προς ἄλλα δυνάμεις καὶ φύσεις γεγενημέναι, ὧν ἑκάστη κινεῖται διαφόρως, κἄν ἕν ἦ τὸ κινοῦν ἁπάσας».
Επειδή λοιπόν το πλέγμα των θείων αυτών νόμων είναι πελώριο και συχνά αλληλοσυγκρουόμενο –από εκεί ο συμβολισμός των διαφωνιών μεταξύ των θεών στην μυθολογία –απετείνοντο στα Μαντεία. […]




Ο Κόσμος κατευθύνεται από άπειρους νόμους. Υπάρχουν νόμοι φυσικοί, που ορίζουν την συμπεριφορά των υλικών σωμάτων. Υπάρχουν νόμοι βιολογικοί, που ρυθμίζουν την επίγεια ζωή. Υπάρχουν νόμοι ηθικοί, που προορίζονται για τον άνθρωπο. Υπάρχουν κι άλλοι νόμοι ασφαλώς, άγνωστοι στον άνθρωπο, νόμοι του υπεραισθητού κόσμου. Η ύπαρξι όμως «νόμων» σημαίνει πως υπάρχει και δυνατότης παραβάσεώς τους, εκφυγής απ’αυτούς. Η εκφυγή βεβαίως τιμωρείται, αλλά η δυνατότης παραβάσεώς τους οπωσδήποτε υπάρχει. Στους ηθικούς νόμους οι Έλληνες μιλούσαν για την Ανάγκη και την Ειμαρμένη, που όμως δεν αποκλείουν την Ελευθερία – αλλά ούτε και την Νέμεσι! Και στους βιολογικούς νόμους υπάρχει ελευθερία για την παράβασί τους (π.χ. στο ζευγάρωμα ετερογενών όντων), αλλά και εδώ υπάρχει Νέμεσις. Ακόμη και στους φαινομενικά άτεγκτους φυσικούς νόμους έχει τελευταία αποδειχθή ότι ενυπάρχει μια ελευθεριότης («απροσδιοριστία»). Ο Πλωτίνος είχε μάλιστα την μεγαλοφυή σύλληψι, πως η δημιουργία του Αισθητού Κόσμου προήλθε από μια τέτοια ελευθεριότητα του Υπεραισθητού Κόσμου! Έτσι, η Ελευθερία ως ύψιστη κοσμογονική δύναμι, παρέχει μεν και στον άνθρωπο την Ευθύνη των πράξεών του, αλλά προϋποθέτει και την ανάγκη καλής γνώσεως των Νόμων και ευσεβούς συμμορφώσεως σ’αυτούς. Χωρίς αυτήν την γνώση, η ευθύνη της ελευθερίας τρομάζει τόσο, που προτιμάει κανείς την σιγουριά της Ειμαρμένης…

Η Ανάγκη ή Αδράστεια, όσο κι αν είναι σιδηρά, αφίνει στον άνθρωπο, μαζί με την Ελευθερία, και την Ελπίδα – ιδίως όταν του συμπαρίσταται ο θεός. Η εμφάνισι του Έρωτος, γράφει ο Πλάτων, μαλάκωσε την Ανάγκη! Μην ξεχνούμε δε, ότι ο Προμηθεύς στηρίχτηκε σε μια μαντεία που του εμπιστεύθηκε η Γη, για να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα και αισιοδοξία την Ειμαρμένη της καθηλώσεώς του –στάθηκε έτσι πρότυπο του Ιδανικού Ανθρώπου, του δυνάμενου να αντιμετωπίζει και να υπερβαίνει την Ειμαρμένη με την βοήθεια της Ενθέου Μαντικής!
Ένα μεγάλο ζεύγος θείων Νόμων στον κόσμο είναι η Φιλότης και το Νείκος, που είχε επισημάνει ο Εμπεδοκλής. Η Φιλότης (ο πανάρχαιος Έρως και αργότερα η Αφροδίτη) ωθεί τα πράγματα προς συνένωση, το Νείκος δε τα απωθεί. Οι δυνάμεις αυτές δρουν ταυτόχρονα και αρμονικά (η Αρμονία ήταν κόρη του Άρη και της Αφροδίτης). Τις βλέπουμε στην κίνηση των ουράνιων σωμάτων, όπως και των ηλεκτρονίων στον μικρόκοσμο : Αυτά συγκρατούνται ελκόμενα, αλλά και απωθούνται περιστρεφόμενα. Τις βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα της φύσεως και της ζωής - η «παλίντροπος αρμονίη», έλεγε ο Ηράκλειτος. Στις κοινωνίες των όντων οδηγούν ταυτόχρονα στην ζωή της αγέλης και στην ανεξάρτητη δράσι των ατόμων. Ακόμη και οι θείοι νόμοι συχνά συγκρούονται μεταξύ τους (π.χ. Πλούτων με την Αφροδίτη, όταν ο αγαπημένος της πεθαίνει, ή η Ήρα με τον Άρη, όταν ο σύζυγος ξεκινά για τον πόλεμο). Στον κόσμο δεν δρα μόνη της η μία δύναμι, ενεργούν και οι δύο. Μόνη της η Φιλότης θα οδηγούσε σε συσσωμάτωσι και καταστροφή (την «εκπύρωσι του κόσμου» των Στωικών), μόνο του δε το Νείκος σε διασπορά και διάλυσι. Στο ύψιστο επίπεδο του Ενός τα πάντα βεβαίως είναι συνηρημένα. Το ζεύγος Φιλότητος-Νείκους αρχίζει να λειτουργεί στο δεύτερο επίπεδο, στον Κόσμο των Ιδεών. Σ’αυτόν τον θείο Κόσμο φωλιάζουν οι Εντελέχειες όλων των έμβιων όντων, τα Αρχέτυπά τους, ο «Σπερματικός Λόγος» τους. Εκεί έχομε τις πρώτες διακρίσεις και θείες διαφοροποιήσεις. Στον ακόμη κατώτερο Κόσμο μας, τον αισθητό, η δράσι του ζεύγους αυτών των δυνάμεων είναι εντονώτερη. Φαίνεται πως στην αύξουσα παρουσία αυτού του κοσμογονικού Ζεύγους, όσο κατερχόμεθα στους κόσμους, οφείλεται η πολυδιάσπασι των ψυχών.
Το ζεύγος όμως αυτό των κοσμογονικών δυνάμεων από κοινού επιτυγχάνει, χάρις στην θεία Σοφία, μιαν αρμονική ελευθεριότητα –ιδού πάλι η ύπαρξι της Ελευθερίας. Και ο άνθρωπος είναι ταγμένος να συμμετέχει σ’αυτό το παιχνίδι του θείου Ζεύγους, ρυθμίζοντας τις ελευθερίες του κατάλληλα. Και στην πορεία του για την θέωσι πάντα θα βρίσκει αντίπαλο την υλική ανάγκη – η μυθική αντιπαλότης της Ήρας προς τον Διόνυσο.
Ο Αγών είναι άρα μέρος του θείου Νόμου – «πόλεμος πατήρ πάντων» -, όπως άλλωστε και η Αγάπη (Φιλότης). Αγώνας υπάρχει επίσης στον άνθρωπο και για την υπερνίκηση του Κακού – ηθικός αγώνας κατά της Ανάγκης. Ορφική ήταν η πίστι για την ιερότητα του Αγώνα στην ζωή, που οι Έλληνες την θεσμοθέτησαν με τον κλασικό αθλητισμό (όπου συνυπάρχουν αρμονικά Νείκος και Φιλότης). Ο Αθλητής αποτελεί άλλωστε την πρώτη βαθμίδα αναβάσεως του ανθρώπου προς το Θείον – ακολουθεί ο ήρως, ο ιερεύς, ο μάντις, βαθμίδες του ίδιου «αύξοντος λόγου». Έτσι, στα Μαντεία έπρεπε να βρίσκονται τα αθλητικά στάδια! Αυτή η πίστι ήταν πανάρχαια στην Ελλάδα, από τότε ήδη που η Ολυμπία ήταν μαντείο της Γης : η καθιέρωση των ολυμπιακών αγώνων είχε επομένως θρησκευτικό και συμβολικό υπόβαθρο.
«Κακό» για την ελληνική αντίληψη είναι η παράβασι κάποιου Νόμου, θείου ή ανθρώπινου. Στην ηθική όμως ζωή, συχνά συμβαίνει, το Καλό για ένα Νόμο να είναι Κακό για άλλον : Αυτές τις συγκρούσεις αποτύπωνε η αρχαία τραγωδία! Η συμβολικώτατη θέσι και των θεάτρων ήταν έτσι πάλι στα Μαντεία, αφού ο σωστός συγκερασμός Φιλότητος και Νείκους και η κατά περίπτωσι εφαρμογή της μιας ή της άλλης δυνάμεως αποτελούν ένα ανθρώπινο χρέος που έπρεπε να γίνεται με την συμβουλή του Μαντείου - διότι, διαφορετικά, η Νέμεσις καραδοκεί. Όταν μάλιστα επιπίπτει ο πέλεκυς της Νεμέσεως, θα πρέπει να αναζητηθεί η αιτία : ποιος δηλαδή ηθικός νόμος παραβιάσθη και είχε προκαλέσει το πλήγμα της –ποτέ η Νέμεσις δεν ενεργεί τυχαίως. Αν δεν μπορούσε να βρει κανείς μόνος του την αιτία, το Μαντείο θα του την απεκάλυπτε. Κι έτσι θα επιδιωκόταν η θεραπεία της, η «κάθαρση». Όπως δε στα Μαντεία επεζητείτο η ψυχική κάθαρση του χρηστηριαζόμενου, έτσι ακριβώς και στις τραγωδίες : η κάθαρση επιτυγχανόταν με θεία Χάρι – είτε με τον δελφικό χρησμό είτε με τον «από μηχανής θεό».
Αντιλαμβανόμαστε έτσι, ότι και το Κακό ήταν για το ελληνικό πνεύμα μέρος του κόσμου, συμμέτοχο στην θεία βούλησι. Στην Φύσι μπορεί αυτό να προέλθει από δυνάμεις φυσικές, η σκοπιμότητα των οποίων υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόησι. Στο ανθρώπινο όμως επίπεδο, το ηθικό, αποκηρύσσεται το Κακό από τους θείους νόμους και τιμωρείται, αλλά χωρίς την ύπαρξί του δεν θα υπήρχε Ελευθερία. Το μεγαλείο της Θείας Τάξεως είναι ακριβώς αυτό, να δίνει στον άνθρωπο την ελευθερία να επιλέγει –συμμετέχοντας έτσι κι ο ίδιος στην λειτουργία του θείου κόσμου. Μπορεί η ελευθερία να είναι ελάχιστη, αμυδρή, δεν παύει όμως να είναι η σχισματιά, απ’ όπου εισχωρεί το φως του θεού.
Το να αποδοθή το κακό σε κάποιον «κακό δαίμονα» εθεωρείτο στην αρχαιότητα (ιδίως δε από τους μυημένους στον Ορφισμό) βλασφημία. «Μην προστυχεύεις τον Θεό, για να ωραιοποιήσεις το δικό σου κακό –δεν θα πείσεις μ’αυτά κανένα σοφό», έλεγε ο Ευριπίδης. Ο Δυϊσμός (Καλού-Κακού ή Πνεύματος-Ύλης ή Θεού –Σατανά), υπό την έννοια μιας εσωτερικής αντιφάσεως του Κόσμου, ήταν για τον ελληνισμό ακατανόητος. Κάθε νόμος προέρχεται εκ Θεού, κι όχι μόνο η Φιλότητης. Το κακό δεν προέρχεται από κάποιον αντι-θεό, αλλ’ αποτελεί μέρος της θείας Τάξεως, σημαίνει την εκφυγή από κάποιον Νόμο – συχνά, η άρνησι και του Νείκους ήταν Κακό. Η ταύτισι του Κακού με το Νείκος ή με Ύλη ή (πολλώ μάλλον) με κάποιον «Σατανά» εθεωρείτο «μωρία». «Διί πάντα μέν τἄλλα ὑπήκοά τε καὶ φίλια, καὶ οὐδ’ ἄν ἕν πολέμιον οὐδ’ ἀνθεστηκός οὔτε δύσνουν», έλεγε ο Γ. Πλήθων. Στον Χριστιανικό μονοθεϊσμός όμως, που δεν μπορούσε να κατανοηθή η σύγκρουσι των θείων Νόμων, επλάσθηκε ο Διάβολος (χώρια που η παρουσία του σαν βαθείας σκιάς εμφανίζει την εικόνα του ενός θεού πιο ανάγλυφη και, άρα, πιο ζωντανή!).
Η ασχήμια είναι η έλλειψι του κάλλους και το κακό είναι η έλλειψι του αγαθού, όπως ακριβώς η σκιά είναι η έλλειψι του φωτός. Πηγές φωτός υπάρχουν, πηγές σκότους όχι. Η αντίθεσι δεν είναι αντικατοπτρική. Το Αγαθό τείνει προς το άπειρο, ενώ το Κακό, όπως και η Ασχήμια, έχουν όρια : Μέσα τους ενυπάρχει πάντα κάποιο αγαθό σπέρμα, κάποια δικαιολογία, κάποια συγγνώμη.


Απόσπασμα από το βιβλίο Στο Άδυτο των Ελληνικών Μαντείων
Δημήτριος Π.Δημόπουλος, Εκδ. Ελεύθερη Σκέψις