Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Εκ του Κέντρου διδασκόμενοι


Πολλές φορές, οι ρυθμοί των εξελίξεων γύρω μας αποπροσανατολίζουν ακόμη και εξαίρετης οξυδέρκειας ή μαχητικότητας στρατιώτες. Διά την ορθή χάραξη οποιουδήποτε ιδεολογικοπολιτικού δρόμου απαιτείται μία συνεχή επαφή με το Κέντρο, όχι μόνο ενός ανθρώπου, αλλά και ενός ευρύτερου συνόλου.

Ένα αληθές Κέντρο, το οποίο δύναται αενάως να Φωτίζει, είναι η Σπάρτη. Σίγουρα είναι αδύνατον με τις παρούσες συνθήκες να υπάρξει μία ανάλογης λαμπρότητας κοινωνία. Σίγουρα μια τέτοια γενιά δύναται να υπάρξει κατόπιν της εγκαθιδρύσεως μιας επαναστάσεως και αφότου η γενιά που την πραγματοποίησε παραδώσει ζωτικό χώρο υγιές και γόνιμο για να υπάρξει η επόμενη. Σίγουρα, όμως, η Σπάρτη, τα λιτά αποφθέγματα που έχουν διασωθεί, είναι ικανά να δεικνύουν ατραπούς στις πιο δύσκολες στιγμές, στα ομιχλώδη τοπία του ιδεολογικού χάους, στον μηδενισμό της συγχρόνου πραγματικότητος.

Πολλοί θα διαχωριστούν από την βιοθεωρία της κοινότητος μας λόγω μιας -δικαιολογημένης για τα σύγχρονα αστικά πρότυπα- ανάγκης που νιώθουν για εκσυγχρονισμό της δράσεως, για διάνοιξη πολιτικών συμμαχιών, για εξάπλωση της ιδέας κ.ο.κ. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουν χώρα δράσεις – προσφορά στο κράτος – αυτοκαταστροφικών αποτελεσμάτων, συνεργασίες με προσωπικότητες της δημοκρατίας και του κοινοβουλίου, διαμόρφωση μιας επικίνδυνης ιδιάζουσας αντιλήψεως περί εθνικού και κοινωνικού και πολλές άλλες τάσεις – ρεύματα που αντικειμενικώς κάποιος μπορεί να χαρακτηρίσει ως «σημεία των καιρών».

Στον αντίποδα όλων αυτών , δεν θα παρουσιάσουμε καμία μακροσκελή ανάλυση για να πείσουμε κάποιον περί της ορθότητος της βιοθεωρίας του Άρματος, αλλά δύο αποφθέγματα από το Αιώνιο Κέντρο του Εθνικού Σοσιαλισμού. Όχι μόνο επειδή αδιαφορούμε για την «πειθώ»πιστεύοντας στην «έμπνευση», αλλά και επειδή είναι κατανοητό ότι η αντίληψη περί του τι είναι «ορθό» και τι όχι, προϋποθέτει παιδεία, σθένος και εκρίζωση κάθε εγωιστικού στοιχείου, κάτι τρομερά δύσκολο στην σύγχρονη κοινωνία.

Κάποιος Αθηναίος , λοιπόν, είχε αναφέρει στον Νίκανδρο : « Σε σας τους Σπαρτιάτες πολύ σας αρέσει ω Νίκανδρε, να μένετε αργοί ( με την έννοια του σχολάζειν). Και ο Νίκανδρος του απάντησε : «Αυτό αληθεύει , είπε, αλλά όχι σαν εσάς, που ασχολείσθε με ό, τι τύχη»

Στις παροτρύνσεις, συμβουλές και καλο – ή κακοπροαίρετες κριτικές απέναντι στον εθνοκοινοτικό μας δεσμό, η απάντησή μας μπορεί να είναι μονάχα αυτή. Αρνούμαστε να ασχοληθούμε με όποιον και ό, τι τύχει. Προτιμούμε να παραμένουμε Πιστοί στην Παραδοσιακή ( αν αυτός ο όρος δύναται να γίνει αντιληπτός) μας πορεία, ανάμεσα μονάχα σε αληθινούς συντρόφους, με μόνο στόχο την ανέλιξη.

Επίσης, στο ζήτημα περί «δράσεων», όταν ο Λυκούργος ερωτήθηκε γιατί απαγόρευσε στους Σπαρτιάτες να επιτίθενται εναντίων φρουρίων και τειχών, απήντησε : « Για να μην σκοτώνονται οι γενναίοι από γυναίκα ή παιδί ή άνανδρο άνδρα».

Κάθε επικεφαλής, οποιασδήποτε ομάδος, οφείλει να προστατέψει τις ποιότητες των συντρόφων του, από τον εξευτελισμό και τις ανούσιες διώξεις. Δεν ήταν η δύναμη της δημοκρατίας η οποία απομόνωσε από τον χώρο του Ελληνικού Εθνικοσοσιαλισμού εξαίρετες προσωπικότητες, αλλά ο ίδιος ο «χώρος». Δεν ήταν οι εχθροί αυτοί που εξόντωσαν , εξουθένωσαν και εν τέλει κατάφεραν να μετατρέψουν σε μονάδες ( - αντί ισχυρά σύνολα) δεκάδες ηρωικά στοιχεία, αλλά οι αποφάσεις και οι «δράσεις» του χώρου. Δεν χρειάστηκε ποτέ κανείς καταδότης για την χαρτογράφηση της δυναμικής του εθνικισμού στην Ελλάδα. Μπορούν και μόνοι τους οι «εθνικιστές» να αλληλοπροδίδονται ή με «ριζοσπαστικές» κινήσεις να συλλαμβάνονται κατά ομάδες.

Εν κατακλείδι, όταν ο Ζευξίδαμος ερωτήθει γιατί δεν υπήρχαν στην Σπάρτη γραμμένοι οι άγραφοι νόμοι της Ανδρείας για να τους δίδουν για μελέτη στους νέους, εκείνος απήντησε : « Γιατί είναι καλύτερα να συνηθίζουν στις ανδραγαθίες , παρά να προσέχουν στα γραμμένα»….

Είναι προτιμότερο να συνηθίσουμε στην εργασία, παρά να μιλάμε για Έλληνες εργάτες, είναι προτιμότερο να συνηθίσουμε στην αυτοβελτίωση, παρά να μοιρολογούμε για την έλλειψη προσωπικοτήτων, είναι προτιμότερο να δημιουργούμε Φυσική Κοινότητα με Συντρόφους, παρά να αναλύουμε την θεώρησή της…

Μάρκος Πάλλης



(Το παρόν βιογραφικό δημοσιεύθηκε στις 15 Ιουνίου 1989, στην Αγγλική εφημερίδα Independet).

Ο Μάρκος Πάλλης γεννήθηκε στο Λίβερπουλ από Έλληνες γονείς. Εν τούτοις, ήταν κυρίως Ινδικές επιρροές που έπαιξαν αρχικά ρόλο στην διαμόρφωση της φαντασίας του, καθώς ο πατέρας του Αλέξανδρος συνδύαζε την επιχειρηματική ζωή, στη μεγάλη εμπορική φίρμα της Ανατολής των αδελφών Ράλλη, με τις φιλολογικές μελέτες και την ποίηση ( μετέφρασε στα νέα Ελληνικά Όμηρο και Σαίξπηρ) , και το πατρικό σπίτι περιείχε ποικιλία ανατολικών έργων τέχνης. Ο Μάρκος πέρασε από το Χάροου με άθικτα τα μουσικά και βοτανολογικά ενδιαφέροντά του, και, συνοδευόμενος από τον αδελφό και την αδελφή του, υπηρέτησε ως τραυματιοφορέας στον Βαλκανικό πόλεμο του 1912 – 13. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κατατάχτηκε στην Φρουρά των Γραναδιέρων και μετά τον τραυματισμό του στην Γαλλία, η ασυνήθιστη γλωσσομάθειά του χρησιμοποιήθηκε στην λογοκρισία. Μετά από μία περίοδο στο πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, τα τρία κύρια ρεύματα της ζωής του, η μουσική, η ορειβασία και η μεταφυσική, αρχίζουν να εκδηλώνονται. Οι επισκέψεις του πριν από τον πόλεμο στο Βενέυ και ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ, είχαν πυροδοτήσει το ενδιαφέρον του για την μουσική, το οποίο τώρα εξελίσσεται σε ενεργό ενθουσιασμό για τον Μπαχ και στην συνέχεια τον οδηγεί στην δραστηριοποίησή του για την αναβίωση της πρώιμης μουσικής. Το 1925 γίνεται μαθητής του Άρνολντ Ντόλμετς και συναντά τον Ρίτσαρντ Νίκολσον, τον μελλοντικό αφοσιωμένο φίλο ζωής, όταν αυτός ήταν ακόμη στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μαζί μελετούν βιόλα και πιάνο και συγκεντρώνουν γύρω τους μια ομάδα μουσικών. Ο αδελφός ενός από αυτούς μύησε τον Μάρκο στον αλπινισμό, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα την επαφή του με τους Θιβετιανούς και τον Βουδισμό. Με το πέρασμα του χρόνου, τα μουσικά και ορειβατικά σχέδιά του γίνονται όλο και πιο τολμηρά και το 1930 ιδρύεται στο Λίβερπουλ το Αγγλικό Συνέδριο Βιολών. Συνάμα, πραγματοποιούνται διάφορες επισκέψεις στις Άλπεις και το 1933 και το 1936 οργανώνει δύο επισκέψεις στα Ιμαλάια. Σε αυτό το διάστημα γοητεύεται από τον Γκάντι και τον απορροφούν οι διδασκαλίες του Rene Guenon. Αυτά βοήθησαν στην προετοιμασία του νου του για την από πρώτο χέρι συνάντησή του με τον Θιβετιανό Βουδισμό, τον οποίο και ασπάστηκε το 1936. Εμπειρίες και στοχασμοί πάνω σε αυτά τα ταξίδια καταγράφονται στο “Peaks and Lamas” (1939) , ένα ταξιδιωτικό βιβλίο που συνδυάζει την οξυδερκή έκθεση των κύριων όψεων του Θιβετιανού Βουδισμού με τις γραφικές περιγραφές των ίδιων των ορειβατικών αποστολών. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα να υποθέσουμε ότι σε αυτήν την περίοδο της ζωής του η ώθηση για αναρρίχηση άρχισε να εστιάζεται σ’ ένα υψηλότερο και πιο πνευματικό επίπεδο. Ο μυστικισμός όμως ( μια λέξη που σπάνια χρησιμοποιούσε και ίσως δεν συμπαθούσε) , όπως συνέβαινε και με τον Meister Eckhart, συνδυαζόταν πάντα με τον ρεαλισμό και την πρακτικότητα. Στον πόλεμο του 1939 – 45, για παράδειγμα, αφοσιώνονται στην κοινωφελή εργασία στο Λίβερπουλ και στη μελέτη της Θιβετιανής γλώσσας. Με το τέλος του πολέμου είναι τελείως έτοιμος για την επιστροφή , ο 1947 στο Σικίμ, με άδεια επίσκεψης για το Τζιάντσε και Σιγκάτσε στο Θιβέτ. Αυτό το ταξίδι πραγματοποιείται με τον Ρίτσαρντ Νίκολσον μόνο. Ακολουθεί μία μακρά παραμονή στην Ινδία στην διάρκεια της οποίας ο Μάρκος συνεχίζει τις επαφές του με Θιβετιανούς , γράφει μάλιστα κι ένα βιβλίο στα Θιβετιανά υποδεικνύοντας τους κινδύνους που σύντομα θα περιστοίχιζαν τον πολιτισμό και την θρησκεία τους. Μετά την εισβολή της Κίνας στο Θιβέτ, επιστρέφει στην Αγγλία. Το Αγγλικό Συνέδριο Βιολών επανιδρύεται στο Λονδίνο και συνεχίζει να φέρνει φως και να εκτελεί σχετικά άγνωστη Αγγλική μουσική δωματίου του 16ου και 17ου αιώνα. Οι μουσικές συνθέσεις και εκτελέσεις προχωρούν τώρα παράλληλα με μεταφυσικές εργασίες και πρακτική συνδρομή στους Θιβετιανούς εξορίστους στην Μεγάλη Βρετανία. Ο Μάρκος έγινε όχι μόνο φίλος , αλλά και σύμβουλός τους, κι αυτό αναγνωρίζεται σήμερα από Λάμας , τόσο εδώ, όσο και κατά μήκος των Ιμαλάϊων. Η μουσικής αυτής της περιόδου περιλαμβάνει μέρη ασμάτων, κομμάτια για βιόλα ντα γκάμπα, μία καντάτα για σόλο βαρύτονο και ορχήστρα, ένα κουαρτέτο εγχόρδων , και πολλές εργασίες δημοσιευμένες με την μορφή βιβλίων (“ The way and the Mountain” , “A Buddhist Spectrum”) καθώς και συλλογές άρθρων όπως “ Studies in Comparative Religion” και “ The sword of Gnosis” ( το τελευταίο εκδόθηκε από τον Jacob Needleman) . Τα τελευταία χρόνια του αφιερώνονται στην συγγραφή μιας μακροσκελούς όπερας για τον Θιβετιανό σοφό Μιλαρέπα. Μένει να αποτολμήσουμε ένα σύντομο σχόλιο: Ήταν και παραμένει ένα μεγάλος δάσκαλος – μπορεί κανείς να πει επίσης προφήτης – που κατανόησε βαθιά τόσο αυτή την ζωή , όσο και την μέλλουσα, που η παρουσία του έκανε αξεπέραστες δυσκολίες να μοιάζουν λιγότερο τρομακτικές, που ακούραστα βοήθησε αυτούς που του εμπιστεύθηκαν τα προβλήματά τους. Για εκείνον, η πνευματική αίτηση στην προσευχή ήταν το μόνο αναγκαίο και με την ίδια του την ζωή απέδειξε την ισχύ και την αλήθεια των παραδοσιακών διδασκαλιών. Έδειξε ότι αυτές , όσο και αν εξασθενούν από τον μοντερνισμό, παραμένουν τα μοναδικά άξια κριτήρια γι΄αυτούς που, όπως θα το έθετε και ο ίδιος, έχουν τα αυτιά ν΄ ακούσουν. Η ζωή του ήταν μία γιορτή του « Γάμου της Σοφίας και της Μεθόδου», που είναι και ο τίτλος μιας εργασίας του.

Ο Μάρκος Αλεξάνδρου Πάλλης, μουσικός , ορειβάτης και μεταφυσικός, γεννήθηκε στο Λίβερπουλ στις 19 Ιουνίου του 1895 και πέθανε στο Ήστμπουρυ στις 5 Ιουνίου του 1989.

Peter Talbot Willcox.

Περί κοινοτισμού

Ένα σύνολο ατόμων, μία πληθυσμιακή ομάδα ή ένα άθροισμα προσωπικοτήτων για να μπορέσει να θεωρηθεί κοινότητα θα πρέπει να έχουν προκαθοριστεί τα «κοινά» στοιχεία όσων αποτελέσουν τα ζωτικά μέρη ενός ευρύτερου οργανικού συνόλου. Αυτό το «κοινό» αποτελεί το σπέρμα γεννήσεως μιας κοινότητος, την σπίθα σε μία φλόγα. Κατόπιν, λαμβάνει χώρα η ανάπτυξη του ζωντανού αυτού οργανισμού, με όλα τα μέρη – όργανα- άτομα να συντελούν αρχικώς σε μία υγιή πορεία και μετέπειτα σε μία πραγμάτωση των σκοπών του συνόλου. Μονάχα με αυτή την συνοπτικά παρουσιαζόμενη βάση μπορούμε να προχωρήσουμε στην γραπτή αποτύπωση κάποιων στοιχειωδών θέσεών μας.
Αυτή λοιπόν η κοινότητα, όντας ζωντανή, φυσική, κοσμική παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με μία ανθρώπινη φυσική παρουσία. Όπως σε έναν οργανισμό η αντιμετώπιση μίας ισχυρής ασθενείας εξαρτάται κατά μεγάλο κομμάτι από τις δυνατότητες του ανοσοποιητικού συστήματος καθώς και την ποιότητα της υγείας, η οποία έχει διαμορφωθεί βάσει του προτέρου βίου, έτσι και σε μία κοινότητα, έθνος, λαό οι αντιδράσεις του σε οποιαδήποτε «αρρώστια», εξαρτώνται από την κατάσταση της υγείας του και συγκεκριμένα των αμυντικών μηχανισμών που διαθέτει απέναντι σε επιπλοκές, μικρόβια κ.ο.κ. Οι αμυντικοί αυτοί μηχανισμοί προϋποθέτουν χρόνια προσπάθεια διαμορφώσεώς τους, σκληραγώγηση, εκγύμναση σώματος και νου.
Κατά αυτές τις βασικές φυσικές αρχές, αν θελήσουμε να υπάρξουμε εντός μίας κοινότητος, οφείλουμε να εργαστούμε για την «υγεία» - σκληραγώγηση της θέσεώς μας οπουδήποτε στο «σώμα» αυτό, αλλά και για την συνολική εύρυθμη λειτουργία – πορεία του οργανισμού. Η εναρμόνιση όλων των ζωτικών οργάνων έγκειται στον δευτερεύον κέντρο του εγκεφάλου και στο πρωτεύον της κοιλιακής χώρας. Η πραγμάτωση οποιουδήποτε σκοπού , έγκειται στην κατάσταση που βρίσκεται ακόμη και το πιο φαινομενικώς ασήμαντο κύτταρο. Εν προκειμένω, αξίζει να αναφερθεί πως όπως στην φύση δεν νοείται η έννοια του ασήμαντου, αντιστοίχως και σε μία υγιή κοινότητα δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια αυτή. Κάθε πράξη, κάθε πτυχή μιας προσωπικότητος, κάθε λέξη, κάθε συμπεριφορά αποτελούν εκφάνσεις της καταστάσεως και πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν. Μπορεί ευρύτερα να ομιλούμε ή να γράφουμε πολύ εύκολα για κοινοτισμό, αλλά η ορθή γνώση επί του θέματος εσωκλείει την αντίληψη – σύλληψη της τρομερής δυσκολίας του. Διότι, η γέννηση και η ανάπτυξη ενός τέτοιου εγχειρήματος απαιτεί θέληση, αποφασιστικότητα, γνώση, δύναμη, πόρους, ήθος, ηθική, αφοσίωση, πίστη. Η ύπαρξή του , όμως, στον χρόνο απαιτεί μία γενιά σφόδρα εχθρική στην αρρώστια του εφήμερου. Μία γενιά αρκετά σκληρή και πολυμήχανη να υπάρξει στην καπιταλιστική κόλαση για την εξασφάλιση των απαραιτήτων πόρων, ικανή να σταθεί και να εξελιχθεί σε οποιοδήποτε περιβάλλον, αυστηρή στις αρχές της και πιστή στην πραγμάτωση, όχι των «ονείρων» που έχουν πλάσει τα αστικά κατάλοιπα, αλλά των καθηκόντων που η ιδία τους η αξιοπρέπεια απέναντι στην Φυλή και τον Πολιτισμό τους επιτάσσει. Το μόνο «εφήμερο» το οποίο μπορεί να υπάρχει σε αυτή την γενιά είναι ο πόνος είτε εκ των πάσης φύσεως «δυσχερειών» είτε εκ των παντός είδους «πληγών».
Ο κίνδυνος του εφήμερου εντός μιας τέτοιας κοινότητος, δεν προσδιορίζεται μονάχα στο κομμάτι της καταστάσεώς της, αλλά ακόμη και στον προσανατολισμό της δράσεως. Ο ενθουσιασμός, η απογοήτευση, οι έντονες μεταπτώσεις, αποτελούν τροχοπέδη στην δύσβατη ανηφοριά των καιρών. Το συνειδητοποιημένο μέλος ενός οργανισμού εργάζεται με την μεγάλη πρόκληση της ισορρόπησής του σε λεπτά νήματα. Αποσκοπεί μονάχα σε αυτό που πρέπει να γίνει έχοντας όμως συνειδητά προσδιορίσει πρωτύτερα αυτά τα «πρέπει». Δεν υπάρχουν χαμόγελα μήτε δάκρυα σε αυτό το στάδιο. Δεν υπάρχουν επιβραβεύσεις. Υπάρχει μονάχα επαγρύπνηση, συντροφικότητα, αφοσίωση. Τα συναισθήματα υποχωρούν, όταν η αξιοπρέπεια και η τιμή γίνει αντιληπτή, όπως η σκουριά από ένα μέταλλο που αφέθηκε καιρό δίχως φροντίδα. Απογυμνωμένοι από εντυπώσεις και θέατρα σκιών, από προβολείς και συγχύσεις, στεκόμαστε ακλόνητοι στην θέση που έχουμε φθάσει όταν οι θύελλες μανιωδώς μας χτυπούν και προχωρούμε μπροστά όταν οι δυνάμεις και η ορατότητά μας το επιτρέπουν.
Στην ομίχλη της δημοκρατίας, στα βάραθρα αυτά της παρακμής και της συγχύσεως, δεν θα κάνουμε το παραμικρό βήμα, αν δεν έχουμε τον πλήρη έλεγχο του δικού μας επομένου βήματος. Η δημοκρατία φαντάζει σαν την σάπια ξύλινη σκάλα, όπου αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή της σε καλούν να την διαβείς για να αποτελέσεις το απαραίτητο βάρος διαλύσεως ενός σκαλοπατιού, όπου και εσύ θα χαθείς στο χάος που βρίσκεται από κάτω και εκείνοι εξασφάλισαν την θέση τους στην κορυφή για κάποιο καιρό ακόμη. Ολόκληρη η δημοκρατία αποτελεί έναν τιτάνιο εχθρό με ισχυρότατο ανοσοποιητικό σύστημα. Καταφέρνει να εξοντώνει τους ισχυρότερους εχθρούς της με τεχνάσματα που τους οδηγούν εντός των ερειπίων της δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση πως γνωρίζουν που «πατούν». Οι δημοκράτες , όμως, γνωρίζουν επακριβώς κάθε σπιθαμή του οικοδομήματός τους, γνωρίζουν κάθε σαθρό σημείο της σκακιέρας τους, γνωρίζουν πώς να εξοντώνουν ηρωικά στοιχεία, πώς να ξεφτιλίζουν εξαίρετες ποιότητες, πώς να παρέχουν χώρο εκτονώσεως στην αντιδραστικότητα δίχως κίνδυνο για το σύστημά τους.
Ο δρόμος μας είναι μακράν των δημοκρατικών πλαισίων καθώς και όλων εκείνων των εφήμερων στοιχείων τα οποία θα διογκωνόντουσαν εντός αυτών, αλλά κατ΄ουσίαν θα ήτο πλήρως ελεγχόμενοι «ελεύθεροι χώροι» που εν γνώσει της η δημοκρατίας θα παρείχε. Στην σκακιέρα της δημοκρατίας θα σταθεί το πρώτο πιόνι ενός υγιούς οργανισμού όταν είναι τόσο ισχυρό ούτως ώστε με το που ακουμπήσει στο δάπεδο, να το συντρίψει. Η είσοδος στο οικοδόμημά της πραγματοποιείται με ευθύ προσανατολισμό προς τον εμπρησμό των σάπιων ξύλινων σκαλιών και τίποτα άλλο.
Δεν αποσκοπούμε στην δημιουργία δομών, υποδομών ή ότι άλλο στα μέτρα μιας περιόδου παρακμής. Αγωνιζόμαστε για την ανάπτυξη ενός οργανισμού στα μέτρα του Ελληνικού και του Άριου με ποσοτικές αναλογίες τέτοιες, ώστε να εξασφαλίζεται η επιθυμητή ποιοτική ανάπτυξή του. Δεν αποτελούμε τάση ρευμάτων μήτε ανήκουμε σε κάποιο «χώρο». Ο μόνος χώρος που αντιλαμβανόμαστε είναι αυτός που δημιουργούμε, όπου σίγουρα πέραν της κοινότητος υπάρχει και «περιβάλλων» κύκλος. Βάσει αυτών, κάθε μεταβολή εντός μίας πολιτισμικής και ευρύτερης σε πολλά επίπεδα κατοχής δεν δύναται να θεωρείται πεδίο δράσεώς μας. Η δική μας δράση υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πέραν «κρίσεων» και «ασταθειών». Αγωνιζόμαστε για ένα τελείως διαφορετικό σκοπό από την εξουσία ή την εξάπλωση τάσεων. Αγωνιζόμαστε για μία τελείως διαφορετική Πατρίδα από την «Ελλάς Α.Ε.», για την οποία θα είμαστε Πατριώτες. Αγωνιζόμαστε για ένα τελείως διαφορετικό Έθνος από αυτό των νεοελλήνων, για το οποίο θα είμαστε Εθνικιστές. Αγωνιζόμαστε για έναν ριζικά διαφοροποιημένο εθνοκοινοτισμό, εντός του οποίου θα μείνουμε Ζωντανοί.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Völsungasaga


Η Völsungasaga γράφτηκε κατά τον 13ο αιώνα, μεταξύ του 1200 και 1270 από κάποιον ανώνυμο Ισλανδό, ο οποίος βασίστηκε σε ιστορίες οι οποίες περιέχονταν σε παλαιότερα Σκανδιναβικά ποιήματα. Πραγματεύεται την ιστορία της γενιάς των Volsung, την γέννηση, τα κατορθώματα και τον θάνατο των μελών της, όπως του επώνυμου γενάρχη Volsung, του Sigmund και του Sigurd. Μέσα από τις σελίδες τις περνούν μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη περιστατικά όπως η γέννηση του Volsung, το τράβηγμα του ξίφους το οποίο ο Odin κάρφωσε στο δέντρο Barnstock, από τον Sigmund, η αιμομικτική ένωση του Sigmund με την αδερφή του Signy και η γέννηση του Sinfjotli, η λυκανθρωπία των Sigmund και Sinfjotli, η γέννηση του Sigurd και οι άθλοι του όπως ο φόνος του δράκου Fafnir και το πέρασμα μέσα από το πύρινο τείχος για να φτάσει στην Brynhild, ο φόνος του Sigurd, η καταστροφή των Βουργουνδών, ο τραγικός θάνατος της κόρης του Svanhild μετά από εντολή του βασιλιά των Γότθων Jormunrek και η εκδίκηση των αδερφών της. Πολλά από τα εξιστορούμενα επεισόδια έχουν τις ρίζες τους σε πραγματικά γεγονότα της εποχής των Μεταναστεύσεων, κατά τον 4ο και 5ο μ.χ. αιώνα, όταν γερμανικά φύλα και οι Ούννοι εισέβαλαν στις περιοχές της καταρρέουσας Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι συγκρούσεις και οι μεταναστεύσεις κατά την περίοδο αυτή διατηρήθηκαν στην μνήμη και την παράδοση των γερμανικών λαών της Δυτικής, Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης και με τα ταξίδια των Βίκινγκς μεταφέρθηκαν μέχρι την Ισλανδία, όπου έγιναν αντικείμενο της ποιήσεως. Ο χαρακτήρας του Jormunrek βασίζεται στον βασιλιά των Οστρογότθων Ερμανάριχο, ο Atli στον Αττίλα , ο Gunnar στον ιστορικό βασιλιά των Βουργουνδών Gundaharius, ο οποίος έπεσε στο πεδίο της μάχης το 436 σε μάχη με τους Ούννους μισθοφόρους του Αέτιου. Για τον Sigurd έχουν προταθεί ερμηνείες όπως αυτή που τον συνδέει με τον Arminius ή τον Φράγκο ηγεμόνα Sigiberd. Στην saga αντανακλώνται επίσης στοιχεία από την κοινωνικοπολιτική δομή των γερμανικών φύλων, όπως οι δεσμοί αίματος, η πατριαρχική οργάνωση ( ο Fafnir μέμφεται τον Sigurd γιατί είναι ορφανός χωρίς πατέρα, ο Sigurd μετά τον γάμο του με την Gudrun εισέρχεται στην οικογένειά της και όχι το αντίθετο, πράγμα το οποίο καθιστά την θέση του επισφαλή.), η αδελφοποιτία και οι επιγαμίες ως μέσο συμμαχίας. Η περίπτωση της λυκανθρωπίας του Sigmund και του Sinfjotli και η ζωή τους στα δάση πρέπει να συνδέεται με παλαιότερες τελετουργικές πρακτικές και την ύπαρξη ευρημάτων όπου απεικονίζονται πολεμιστές με δέρματα λύκων. Η Völsungasaga ενέπνευσε τον Richard Wagner στην συγγραφή του έργου του “Der Ring des Nibelungen”, ο William Morris ξαναδιηγήθηκε την ιστορία στο επικό ποίημα του “The Story of Sigurd the Volsung and the Fall of the Niblungs” και ο J.R.R. Tolkien την διασκεύασε στο “The Legend of Sigurd and Gudrun”.