Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Emil Cioran


Ο Emil Cioran γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1911 και απετέλεσε μία μεγάλη προσωπικότητα του Ρουμανικού Έθνους και κατ’ επέκταση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Παράδοσης. Υπήρξε στενός φίλος του Mircea Eliade, του Eugene Ionesco και του Petre Tutea, καθώς και θαυμαστής - υποστηρικτής της Σιδηράς Φρουράς, της οποίας η ιερότητα, η στρατιωτική πειθαρχία και το πολεμοχαρές πνεύμα ενέπνεαν την ψυχή, αρχικώς, και το πνεύμα, εν συνεχεία, μιας από τις σημαντικότερες μορφές της φιλοσοφίας στην Ρουμανία. Βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει αρκετά στα Ελληνικά, αλλά πολλές πτυχές της ζωής και του έργου του έχουν μείνει σκοπίμως κρυμμένες από την φιλολογική σκουριά της συγχρόνου Ελλάδος. Ο Ε. Cioran ( Εμίλ Σιοράν) υπήρξε θερμός υποστηρικτής του Αδόλφου Χίτλερ, καθότι οι μεταπτυχιακές του σπουδές έλαβαν χώρα στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, του Ιταλικού Φασισμού και όλων εκείνων των επαναστατικών κοινωνικών και ιδεολογικών ρευμάτων που αντιτάσσονταν στην βασιλεία των υλιστών. Το οικοδόμημα της σκέψεώς του, φανερώς πεσιμιστικό, λόγω εκείνων των σημείων – στιγμάτων που διέκριναν οι περισσότεροι εσωτεριστές της εποχής και αφορούν το κατώτατο στάδιο παρακμής και εκφυλισμού που έχει επέλθει ο δυτικός κόσμος, επηρεάστηκε εξ’ αρχής από το έργο των I. Kant, F. Nietzsche, A. Schopenhauer, Ludwig Klages, M. Heidegger και Oswald Spengler. Η σκέψη του κύλισε σε ένα συνεχές «αρνητικό δυναμικό». Η μελαγχολία, η μοναχικότητα, η μοναξιά, η ισορρόπηση μεταξύ κενότητας και απολύτου, η μετέπειτα ανάγκη αναθεωρήσεως των νεανικών του αναζητήσεων απετέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της φυσικής του παρουσίας έως το 1995, όταν και απεβίωσε. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εξεδόθη στην Γαλλία, όπου έζησε από το 1937 και έπειτα. Η προσέγγιση του έργου του Cioran δεν δύναται να γίνει με πολιτικά ή κοινωνικά κριτήρια εξ΄αρχής. Εν κατακλείδι, όμως, στην αναδραστική πορεία της σκέψεως του μελετητή γίνεται φανερή η πρώιμη φλόγα που υπήρξε εντός της ευρύτερης «πυρκαγιάς» στο πνεύμα και τα μέτωπα πολέμου, η οποία διασώθηκε εν συνεχεία ως αντιδραστική εγκαθίδρυση της αρνήσεως σε έναν κόσμο παρακμής και ολέθρου.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Cú Chulainn


Ο Cú Chulainn είναι η σημαντικότερη ηρωική μορφή των ιρλανδικών παραδόσεων, που έχει παρομοιαστεί είτε με τον Ηρακλή, είτε με τον Αχιλλέα, λόγω κάποιων αντιστοιχιών που παρουσιάζονται στους θρύλους που αφορούν τους τρεις ήρωες. Πεδίο δράσης του είναι το βασίλειο των Ulaid (ιρλανδικό φύλο το οποίο έδωσε και το όνομά του στην περιοχή την οποία κατοικούσε, το σημερινό Ώλστερ – Ulster είναι η αγγλική ονομασία που προέρχεται από το γαελικό Ulaid και το σκανδιναβικό staðr, το οποίο σημαίνει περιοχή), όπου σύμφωνα με την πιο γνωστή παράδοση για την γέννησή του, η οποία εξιστορείται στην μεταγενέστερη εκδοχή του Compert Con Culainn, βασιλιάς ήταν ο Conchobar mac Nessa, αδερφός της μητέρας του Deichtine.

Γέννηση και παιδική ηλικία
Σύμφωνα με την αφήγηση η Deichtine εξαφανίζεται από την Emain Macha, πρωτεύουσα του Conchobar, όταν ο θεός Lugh εμφανίζεται στον ύπνο της και την διατάζει να προσέλθει σε αυτόν μαζί με τις πενήντα ακολούθους της. Προηγουμένως της είχε αποκαλύψει, ότι κατά την διάρκεια της δεξίωσης για τον επικείμενο γάμο της με τον Sualtam, ο ίδιος είχε μεταμορφωθεί σε μύγα που έπεσε μέσα στο ποτήρι της, την οποία αυτή κατάπιε χωρίς να το αντιληφθεί· με τον τρόπο αυτό την κατέστησε έγκυο. Στην συνέχεια την μεταμόρφωσε μαζί με την ακολουθία της σε πουλιά και κανείς δεν τις ξαναείδε, ώσπου κάποια μέρα μετά από μήνες ένα σμήνος πανέμορφων πουλιών εμφανίστηκε στην Emain Macha, παρακινώντας τους πολεμιστές του Ώλστερ να τα κυνηγήσουν. Τα ακολούθησαν ώσπου χτυπημένοι από μία χιονοθύελλα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα θαυμάσιο παλάτι, όπου τους υποδέχθηκε ο Lugh εξηγώντας τους τι είχε συμβεί και διατάσσοντάς τους να πάρουν μαζί τους τον μικρό γιο του, και να τον αναθρέψουν ως πολεμιστή. Φύλαρχοι, δρυίδες, πολεμιστές και ποιητές των Ulaid έριζαν για την ανατροφή/ υιοθεσία του μικρού Setanta (όπως ονομαζόταν τότε), η μητέρα του όμως αποφάσισε ότι όλοι θα ήταν θετοί του πατέρες, και ότι ο κάθε ένας θα έπρεπε να του διδάξει τις αρχές του λειτουργήματός του. Έτσι ο Setanta διδάχθηκε από τον Sencha mac Aillela την δίκαιη κρίση και την ευγλωττία, από τον Fergus mac Róich τους πολεμικούς τρόπους και την προστασία των αδυνάτων και από τον ποιητή Amergin την ποίηση. Θετός του πατέρας ήταν και ο θείος του Conchobar, ενώ τροφός του ήταν η γυναίκα του Amergin, Findchóem. Θετός του αδερφός ήταν ο γιος του Amergin, Conall Cernach για τον οποίο λεγόταν πως κοιμόταν πάντοτε με το κεφάλι ενός άνδρα των Connachta (αντίπαλοι των Ulaid) κάτω από το γόνατό του. Σε ηλικία πέντε ετών φτάνει στην αυλή της Emain Macha όπου μετά από παρεξήγηση με τον «στρατό των αγοριών», συγκρούεται μαζί τους, μόνος εναντίον όλων, νικώντας τους. Το όνομα Cú Chulainn το απέκτησε όταν σκότωσε σε αυτοάμυνα τον σκύλο-φύλακα του σιδηρουργού Culann, στον οποίο υποσχέθηκε ότι θα του βρει και θα εκπαιδεύσει έναν άλλον και ότι μέχρι να είναι έτοιμος ο νέος σκύλος-φύλακας, ο ίδιος θα φυλάει την κατοικία του. Τότε ο δρυίδης Cathbad αναφώνησε ότι το όνομα του αγοριού θα είναι Cú Chulainn (προφέρεται Κου Χούλιν), δηλαδή «Λαγωνικό του Culann». Σε ηλικία επτά ετών, έχοντας ακούσει τον Cathbad να λέει πως ο πολεμιστής που θα πάρει όπλα εκείνη την ημέρα θα έχει αιώνια φήμη, ζητά από τον θείο του οπλισμό. Κανένα όπλο δεν αντέχει την δύναμή του εκτός από τα βασιλικά, και ο Cathbad όταν τον βλέπει οπλισμένο θρηνεί, διότι δεν είχε τελειώσει την προφητεία του, η οποία προέβλεπε ότι ο πολεμιστής αυτός θα πέθαινε νέος( εδώ έγκειται και ο παραλληλισμός με τον Αχιλλέα, ο οποίος προτίμησε την αιώνια δόξα μέσω τον πολεμικών κατορθωμάτων και τον θάνατο σε νεαρή ηλικία, τον οποίον αυτή συνεπαγόταν, από την ήσυχη ζωή και τον θάνατο σε βαθιά γεράματα). Το βράδυ εκείνο ευρισκόμενος σε κατάσταση πολεμικής μανίας (riastrad), επιστρέφει με τα κεφάλια των γιων της Nechtan Scéne, οι οποίοι καυχούνταν ότι είχαν σκοτώσει περισσότερους άνδρες του Ulaid από όσους ζούσαν τότε. Οι σύντροφοί του φοβούμενοι ότι θα τους σκοτώσει και αυτούς, με ένα τέχνασμα τον βάζουν διαδοχικά μέσα σε τρία βαρέλια με νερό, αφού το πρώτο διαλύεται από την θερμότητα του σώματός του, στο δεύτερο το νερό βράζει και στο τρίτο απλώς θερμαίνεται εφόσον η μανία του έχει υποχωρήσει.


Νεότητα
Οι άνδρες του Ulaid ανησυχούσαν ότι λόγω τις ομορφιάς και της δύναμής του, ο Cú Chulainn θα τους έκλεβε τις γυναίκες και τις κόρες τους, οπότε άρχισαν να αναζητούν μία γυναίκα για αυτόν. Ο ίδιος επιθυμούσε την Emer, κόρη του Forgall Monach, ο οποίος όμως ζητά ο Cú Chulainn να μεταβεί στην Alba (Σκωτία) για να εκπαιδευτεί κοντά στην πολεμίστρια Scathach, προσδοκώντας κρυφά τον θάνατό του ήρωος. Ο Cú Chulainn εκπαιδεύεται από την Scathach και αντιμετωπίζει επιτυχώς την αντίπαλό της Aoife, η οποία του χαρίζει και έναν γιο, τον οποίο θα φονεύσει σε μία τραγική στιγμή οκτώ χρόνια μετά, όταν αυτός θα έρθει στο Ώλστερ σε αναζήτηση του πατέρα του και θα αρνηθεί να αποκαλύψει το όνομά του. Το γεγονός αυτό θα του προκαλέσει βαθιά θλίψη. Ο πιο γνωστός ίσως άθλος του είναι η επικράτησή του εναντίον ενός ολόκληρου στρατού από το Connacht και την υπόλοιπη Ιρλανδία, που επέδραμε για να κλέψει τον ταύρο Donn Cúailnge (Το γεγονός εξιστορείται στο Táin Bó Cúailnge). Οι άνδρες του Ulaid ήταν ανήμποροι να αντισταθούν λόγω μιας κατάρας, την οποία ο Cú Chulainn απέφυγε διότι δεν ήταν πραγματικά ένας Ulaid. Αρχικά έκανε αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων του και στη συνέχεια σταμάτησε την εισβολή τους επικαλούμενος το δικαίωμα της μονομαχίας. Ο δεκαεπτάχρονος ήρωας αντιμετώπισε τους προμάχους του εχθρικού στρατού σε μονομαχίες που διήρκεσαν μήνες. Κατά την διάρκεια αυτών των αναμετρήσεων δέχθηκε και την επίσκεψη της θεάς Morrígan, η οποία μεταμορφωμένη σε κόρη ενός βασιλιά, του προσφέρει την αγάπη της. Όταν αυτός αρνείται, του αποκαλύπτει την ταυτότητά της και του λέει πως θα τον εκδικηθεί για την απόρριψή της. Έτσι κατά τις συγκρούσεις του με τους εχθρούς του, του επιτίθεται τρεις φορές· με την μορφή χελιού την πρώτη, λύκου την δεύτερη και αγελάδας την τρίτη και τις τρεις φορές όμως αποτυγχάνει και τραυματίζεται. Τελικά εμφανίζεται με την μορφή ηλικιωμένης γυναικός που αρμέγει μία πληγωμένη αγελάδα με τρία τραύματα, προσφέροντας το γάλα στον Cú Chulainn, ο οποίος την ευχαριστεί τρεις φορές γιατρεύοντας έτσι τα τραύματά της. Μία δεύτερη συνάντησή του είναι αυτή με τον Lugh, ο οποίος του αποκαλύπτει πως είναι πατέρας του, τον ρίχνει σε μαγικό ύπνο για τρεις ημέρες και τον θεραπεύει από τους τραυματισμούς του. Όταν ο Cú Chulainn ξυπνά, ανακαλύπτει πως κατά την διάρκεια του ύπνου του, οι εχθροί σφάγιασαν τον «στρατό των αγοριών» που είχε προστρέξει να τον βοηθήσει. Τότε καταλαμβάνεται από την πιο τρομερή πολεμική μανία εώς τότε (κατά την οποία είχε τρομερούς σπασμούς και παραμορφωθηκε, με τον έναν του οφθαλμό να χάνεται βαθιά μέσα στο κρανίο του και τον άλλον να κρέμεται έξω από αυτό, ενώ πίδακες αίματος εκτινάσσονταν από το κεφάλι του, σχηματίζοντας μία πορφυρόχρωμη ομίχλη γύρω από αυτό. Τα μαλλιά του τυλίχτηκαν σαν κλαδιά θάμνου γύρω από το κεφάλι του, από το οποίο πετάγονταν σπίθες και εκπεμπόταν φως) και εφορμά σκορπώντας τον θάνατο στους αντιπάλους του, οι οποίοι πέφτουν νεκροί κατά εκατοντάδες. Από τις μονομαχίες του, ξεχωρίζει η τριήμερη αναμέτρησή του με τον φίλο του και θετό αδερφό του Ferdiad (γιο του θετού πατέρα του Fergus mac Róich, ο οποίος λόγω κάποιας αντιδικίας με τον Conchobar είχε καταφύγει στο Connacht) με τον οποίο εκπαιδεύτηκαν μαζί από την Scathach και τον οποίο τελικά σκοτώνει, αφού για δύο ημέρες αντάλλασσαν δώρα μετά από κάθε μονομαχία. Κατά την τελική μάχη αφού αποφεύγει να συγκρουστεί με τον Fergus mac Róich, όπως είχαν άλλωστε συμφωνήσει, χαρίζει την ζωή στη βασίλισσα του Connacht, Medb διότι δεν θεωρεί σωστό το να σκοτώσει γυναίκα και φρουρεί την οπισθοχώρησή της. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Cú Roí mac Dáire μεταμφιεσμένος επισκέπτεται τον Cú Chulainn, τον Conall Cernach και τον Lóegaire Búadach, προκαλώντας τους να τον αποκεφαλίσουν, δεχόμενοι όμως να υποστούν το ίδιο από αυτόν στην συνέχεια. Ο Connal και ο Lóegaire τον αποκεφαλίζουν, όμως το βάζουν στα πόδια όταν ο Cú Roí επιστρέφει. Μόνο ο Cú Chulainn αποδεικνύεται αρκετά γενναίος και άξιος ώστε να τηρήσει τον λόγο του, με αποτέλεσμα ο Cú Roí να του χαρίσει την ζωή.

Θάνατος
Η Medb, βασίλισσα του Connacht θέλοντας να τον εκδικηθεί, συνωμοτεί με τα παιδιά των νεκρών εχθρών του και προσπαθεί να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να του επιτεθεί. Επιλέγει μετά από συμβουλή των θυγατέρων του Calatin την ημέρα που η παλιά κατάρα θα ξαναχτυπήσει τους άνδρες του Ώλστερ, ώστε ο Cú Chulainn να είναι μόνος του. Παρά τις προσπάθειες των συντρόφων του να τον προστατέψουν, το τέλος του προοιωνίζεται από διάφορα σημάδια, όπως η συνάντησή του με μία νεαρή γυναίκα η οποία πλένει σε ένα ποτάμι μία πανοπλία και ρούχα, τα οποία όπως του απάντησε ανήκαν στον Cú Chulainn, ο οποίος σύντομα θα πεθάνει. Η επισφράγιση έρχεται όταν σπάει το geis του (το οποίο είναι κάτι ανάλογο της «ευχής και κατάρας»), το οποίο αφορά την βρώση κρέατος σκύλου (λόγω του ονόματός του-Λαγωνικό του Culann). Όταν αυτό του προσφέρεται στο πλαίσιο της φιλοξενίας είναι υποχρεωμένος να το δεχθεί, ώστε να μην έρθει σε αντίθεση με τα έθιμα. Τότε δέχεται την επίθεση του στρατού των εχθρών του, που έχουν συγκεντρωθεί από ολόκληρη την Ιρλανδία και σκοτώνει τρεις δρυίδες που του ζητούν τις τρεις λόγχες του. Η κάθε λόγχη σύμφωνα με μία προφητεία θα σκότωνε έναν βασιλιά, και πράγματι χρησιμοποιήθηκαν από τους εχθρούς του για να σκοτώσουν τον ηνίοχό του (βασιλιά των ηνιόχων), το άλογό του (βασιλιά των αλόγων) και η τρίτη τον ίδιο. Θανάσιμα πληγωμένος και αποδυναμωμένος δένεται σε έναν βράχο, έτσι ώστε να πεθάνει όρθιος, ζητώντας από τους εχθρούς του να τον πλησιάσουν αυτοί. Το ετοιμοθάνατο άλογό του ήρθε στο πλευρό του και σκότωσε εξήντα αντιπάλους, όμως η μαγική, ηρωική λάμψη που ο ήρωας εξέπεμπε όταν βρισκόταν σε πολεμική έξαψη είχε σχεδόν σβήσει. Οι εχθροί του φοβούμενοι να τον πλησιάσουν, επειδή γνώριζαν τα αποτελέσματα της μανίας που τον καταλάμβανε, το έκαναν μόνο όταν είδαν ένα κοράκι να κάθεται πάνω στον ώμο του. Κάποιος είπε ότι τα πουλιά δεν συνήθιζαν να κάθονται σε αυτόν τον βράχο και έτσι βεβαιώθηκαν ότι είναι νεκρός. Τότε ο Lugaid τον πλησιάζει και τον αποκεφαλίζει, καθώς όμως το «ηρωικό φως» δεν είχε σβήσει τελείως, το σπαθί του νεκρού ήρωα πέφτει από το χέρι του και κόβει το χέρι του Lugaid. Η εκδίκηση για τον θάνατό του θα έρθει από τον σύντροφό του Conall Cernach, ο οποίος είχε ορκιστεί πως αν ο Cú Chulainn πέθαινε πριν από αυτόν, θα έπαιρνε εκδίκηση πριν από το ηλιοβασίλεμα.

Αυτό ήταν το τέλος του ηλιακού ήρωος Cú Chulainn τον οποίο όταν βρισκόταν στο απόγειο της δυνάμεώς του, κανείς δεν μπορούσε να τον κοιτάξει κατάματα χωρίς να τυφλωθεί, ενώ η θερμότητα του σώματός του έλιωνε το χιόνι σε απόσταση σχεδόν εννέα μέτρων γύρω του.


Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Συγκερασμός

Ανασκάπτουμε την χθόνια υπόσταση προς τα άδυτα των ριζών μας, να ρεύσει εντός τους το αιώνιο ύδωρ της πίστεως, διά την ανάπτυξη των κλαδιών εκείνων των οποίων τα φύλλα συνθέτοντας το Φως των Ιδεών θα καρποφορήσουν μαχητές. Η αναζήτηση του Κέντρου εκ του οποίου πορεύονται τα ιδανικά και οι αξίες, δεν είναι ζήτημα επιλογής. Είναι μονόδρομος. Αυτό αποτελεί μία πρωταρχική αναφορά μίας ευρυτέρας θεωρήσεως η οποία αποσκοπεί στο να απασχολήσει την σκέψη μονάχα εκείνου του αναγνώστη ή συναγωνιστή, ο οποίος επιτρέπει στο Φώς των Αιωνίων Αξιών να φθάσει στο πυθμένα της τωρινής του ζωής, δίχως ίχνος ταραχής, όπως ακριβώς οι ακτίνες του Ηλίου φθάνουν στο πυθμένα μίας λίμνης δίχως να προκαλούν κανέναν κυματισμό στην υδάτινη επιφάνειά της. Επίσης, όσον αφορά πολλούς «περαστικούς» από τον «εθνικισμό» γνωρίζουμε πως είναι δύσκολο ένας άνθρωπος του οποίου η πνευματικότητα ομοιάζει με κύβο οπλισμένου σκυροδέματος, όπου οι εικόνες , τα σχέδια και όλα όσα περνούν εμπρός των οφθαλμών του φαντάζουν σαν τοιχογραφίες, να αντιληφθεί την διαύγεια του ύδατος. Μπορεί να γίνει ευκόλως αντιληπτή αυτή η προσέγγιση αναλογιζόμενοι την σημερινή κατάσταση.
Κάθε συζήτηση περί εσωτερισμού, ιεραρχίας, δομών και πολιτικών προορισμών προϋποθέτει ένα στοιχειώδες πνευματικό και βιωματικό υπόβαθρο. Δυστυχώς, στην Ελλάδα του 2011, στον «χώρο» που αυτοτιτλοφορείται εθνικιστικός, πατριωτικός, εθνικοσοσιαλιστικός, θα βρούμε πολλούς διαφημιστές του Πλάτωνα, του Νίτσε, του Έβολα και πολλών άλλων μεγάλων Ανδρών του παρελθόντος ανάλογα πάντοτε με την «τάση». Θα βρούμε πολλές αναφορές, πολλές διαφημίσεις βιβλίων, πολλά σχέδια, πολλά γραφικά. Πόσοι όμως από όλους εκείνους, διαμορφώνουν το Είναι τους, βάσει όλων αυτών που παρουσιάζουν; Όλων αυτών που θα ανυψώσουν την προβολή τους; Που θα δώσουν «κάτι» το διαφορετικό στην ομάδα τους; Ας απαντήσει καθείς βάσει των δυνατοτήτων της νοημοσύνης του. Αυτό το οποίο για το ιστολόγιό μας προέχει, είναι το δικό μας μονοπάτι, του οποίου την διαύγεια, οφείλουμε να προστατέψουμε αποκόπτοντας τυχόν εντυπώσεις περί κοινών στοιχείων με «χώρους» που χρησιμοποιούν κοινή ορολογία με την δική μας σε κάποια ζητήματα. Εν ολίγοις, εκεί όπου φθάνουν τα όρια του «χώρου», εκεί όπου τελειώνει το σύνορο του σημερινού νεοελληνικού εθνικισμού, εκεί ξεκινά ο δικός μας Δρόμος. Και αυτό διότι αδιαφορούμε για την πολιτική με την σημερινή της μορφή, αδιαφορούμε για στυλιστικές τάσεις και μίζερους διαξιφισμούς , για τα κινήματα που υπάρχουν μονάχα σε ιστολόγια, για όλους εκείνους που καπηλεύονται Ιδέες για να γεμίσουν μία θλιβερή κενότητα. Αδιαφορούμε για τον «χώρο». Αγωνιζόμαστε στα ίχνη των Αρίων, σε επίπεδο πνευματικό και σωματικό, σεβόμενοι , βεβαίως, κάθε ειλικρινή στον εαυτό του και την Ιδέα μαχητή όπου και αν ανήκει. Ειδικώς εκείνους τους ανιδιοτελείς μαχητές των άστεων. Η ειλικρίνεια , όμως, σε οποιαδήποτε έκφανση του Αγώνος, έγκειται στην χάραξη της ζωής με γνώμονα την Πίστη στην Ιδέα και τον Σκοπό και μονάχα εκεί. Κάθε άλλο κίνητρο, αποτελεί κεφαλή Μεδούσης, την οποία καθείς καλείται να ξεκινήσει την μάχη μαζί της.
Φαντάζει, στα μάτια πολλών, πως οι αναφορές μας, τα κείμενά μας, οι μεταφράσεις που παρουσιάζονται στο ιστολόγιο της Υπερβορείας, αποτελούν φιλολογικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Αοριστίες και επισημάνσεις. Απλές μεταφράσεις και αποδόσεις. Αυτή η αντίληψη, η οποία είτε καλοπροαίρετα είτε μη, μπορεί να δημιουργηθεί, αποτελεί πτυχή η οποία πρέπει να διευκρινιστεί, διότι η πραγματικότητα είναι πως κάθε άλλο παρά μακράν της καθημερινότητος είναι όλα όσα περιγράφονται στις αναρτήσεις του ιστολογίου μας.
Δεν απαιτείται ιδιαίτερη οξυδέρκεια διά να γίνει αντιληπτό πως αποσκοπούμε σε μία μάχη ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητος. Ενάντια σε ολόκληρο το οικοδόμημα των σύγχρονων κοινωνιών, εντός του οποίου ενυπάρχει η κουλτούρα, η θρησκεία, η οικονομία, η ηθική, η κοινωνική διαστρωμάτωση, τα πρότυπα που προπαγανδίζονται κ.ο.κ. Αρνούμαστε την διαπραγμάτευση των θέσεών μας, λόγω της ιερότητος που αυτές εσωκλείουν και εκπέμπουν σε εμάς. Ο χριστιανισμός , η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός, η κατάντια του νεοέλληνα αστού, η κατάσταση του πατριωτικού «χώρου», αποτελούν καίρια σημεία στα οποία κάθε ίχνος οπισθοχώρησης αντιστοιχεί σε δειλό συμβιβασμό. Στεκόμαστε ακλόνητοι, στις αρχές της Αριονικότητος και μόνο, με όλες μας τις εκδηλώσεις και εκφάνσεις να χαρακτηρίζονται από την κάθαρση που αυτή επιφέρει στα εναπομείναντα, εκ των μικροκοινοτήτων ( σχολείο, οικογένεια, παρατάξεις, οργανώσεις, κόμματα, παρέες, σχέσεις) που επηρεαστήκαμε, κατάλοιπα, εντός μας. Προϋπόθεση, σημαντική και κομβική, για την εσωτερική μας δικαιοσύνη – ισορρόπηση- είναι , όχι η επιβολή συνηθειών ή αναγνωσμάτων ή δράσεων, αλλά η απροσδιόριστη και ηλιοφόρα έμπνευση, έλξη, γοητεία και ομορφιά. Δεν θα είχε κανένα νόημα να απορρίψουμε την κατεστημένη μουσική, τα τσιμεντένια κλουβιά «ψυχαγωγήσεως», όπου με ποτό- κουβέντα- κομψό ντύσιμο, «διασκεδάζουν οι αστοί», μήτε τα εκφυλισμένα ρεύματα μόδας όπου και μόνο στην οπτική τους προσέγγιση γίνεται αντιληπτός ο εκφυλισμός και η αλλοτρίωση του Λευκού Ανθρώπου, αν δεν νιώθαμε εντός μας την απέχθεια που αυτά εκπέμπουν. Ομοίως, στην όψη ολόκληρης της ζωής των αστών που μας περιβάλλουν, απλώς επιβεβαιώνεται και ισχυροποιείται η Πίστη μας, στον δικό μας Αγώνα. Αυτά τα οποία στους γύρω μας φαντάζουν ως ασήμαντα, κουραστικά, πιεστικά, ανώφελα, επικίνδυνα σε εμάς δωρίζουν μία ασύγκριτη πληρότητα. Όσοι ζωντανοί, λοιπόν, γοητευτούν και εμπνευστούν από αυτήν ακριβώς την ομορφιά την οποία απλόχερα χαρίζει η ιχνηλάτηση του μονοπατιού της Αρίας κοσμοθεάσεως, θα αποτελέσουν τους συνοδοιπόρους μας. Δεν αναζητούνται αστικά «μοντέλα» εθνικιστικών τάσεων ή απόψεων, δεν θα στραφούμε στις μαζώξεις πνευματικών τσιμεντολίθων και ηθικών χαβουζών, μήτε θα λειάνουμε τις κόψεις της ιδεολογικής μας συνέπειας και Αρίας Τιμής μας, για την ποσοτική μας αύξηση. Θα ορθώσουμε , όμως, το λάβαρο ενός Αγώνος, ολότελα διαφορετικού και ριζοσπατικού εκ των συνήθων. Αυτό του ασκητή αντάρτη και του ιδεολόγου στρατιώτη. Του προτύπου εκείνου, του οποίου μία απλή θέαση του σώματος, της ζωής και των πνευματικών του αναζητήσεων θα αποδεικνύει την αφοσίωση στον Σκοπό.
Αυτή η ειδοποιός διαφορά στους στόχους που τίθενται, όχι μόνο σε συλλογικό ή κοινωνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ατομικής ανελίξεως καθώς και στο κατά πόσο ένας εξωτερικός αγώνας, συνδυάζεται με την πνευματική, ηθική και θρησκευτική διάπλαση των απαραιτήτων νέων προτύπων , αποτελεί επιφανειακό σύνορο μας με τον υπόλοιπο «χώρο». Επιφανειακό, διότι κατ’ ουσίαν δεν ενυπάρχουν εφαπτόμενα σημεία. Υφίστανται μονάχα διαφορετικές κοσμοθεάσεις, όποιες και αν είναι αυτές, σε διαφορετικούς χρόνους, με την ποιοτική τους σημασία ( – των χρόνων). Είναι εξίσου θλιβερό ένας γενναίος μαχητής ή ένας φιλότιμος και εργατικός στρατιώτης να βρίθει από πνευματική και ηθική σύγχυση, με το ένας πνευματικά και ηθικά άρτιος αναζητητής να βρίθει από μαχητική αδράνεια. Ο συγκερασμός αυτών των δύο χαρακτηριστικών, ο οποίος περιλαμβάνει και όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν αναφερθεί ή θα αναφερθούν, όσο τρομερά δύσκολος και αν φαντάζει, αποτελεί τον επιθυμητό προορισμό, την ολοκλήρωση ενός Παραδοσιακού Ανθρώπου.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Στρατιώτης, Πόλεμος, Νίκη



Η γοητεία των λύκων έγκειται στην εναρμόνιση των αρχών των ευγενικών ενστίκτων με τις αρχές της σκληρής επιβιώσεως δια την ύπαρξη και επικράτηση. Το αριστοκρατικό τους παράστημα αντλεί το κάλλος του από την κατάσταση της σαρκός η οποία το ορθώνει. Ένα γκριζωπό τρίχωμα, καλοσχηματισμένο και λαμπυρίζoν υπό τις ακτίνες του Ηλίου θα αποτελούσε μία ακόμη φυσική ομορφιά. Οι πληγές, όμως, οι ουλές, τα ματωμένα σαγόνια, η πείνα και το κυνήγι που το χαράσσουν στο πέρασμα τους, αποτελούν ικανές και αναγκαίες συνθήκες διαπλάσεως μίας μοναδικότητος η οποία εξευγενίζεται πλήρως εν συνεχεία μέσω του διεισδυτικότερου από ποτέ, νέου ουρλιαχτού τους. Πυρακτωμένο ατσάλι, σκληρυμένο εκ της σφύρας του Αγώνος, με την προσοχή πάντοτε της αποφυγής υπερβάσεων των ορίων εκείνων της σκληρότητος τα οποία οδηγούν σε ευθραυστότητα.
Τα λιπαρά δάχτυλα, οι αφράτες κοιλιές, οι βυθισμένοι στην παχυσαρκία γνάθοι, τα χοντρά και λεπτά καλοδιατηρημένα και μυρωδάτα από κρέμες και αισθητικές περιποιήσεις σώματα των οποίων η επιφανειακή καθαρότητα της επιδερμίδος καλύπτει μία ηθική βρωμερή, ουδεμία σχέση δύνανται να έχουν με αγωνιστές του εθνικού σοσιαλισμού. Διότι, μήτε η συγγραφή, μήτε ο λόγος, μήτε η πολιτική, μήτε οι δράσεις για την διάδοση θέσεων, μήτε η οικονομική κατάσταση, μήτε οι ψευδαισθήσεις- διέξοδοι αποτελούν προορισμό μας. Προορισμός μας, είναι ο Παραδοσιακός Άνθρωπος, ο μόνος ικανός αναρριχητής στα όρη του εθνικοσοσιαλισμού διά την μετέπειτα μεταπήδηση στην Αλήθεια.
Και προορισμός ενός Παραδοσιακού Ανθρώπου είναι εκείνη η Αυγή της ύστατης αυτοπραγματώσεως, την επομένη όλων των – ισμών, όπου όλα τα βιβλία θα έχουν γίνει στάχτες, όλη η δράση και η αντίδραση θα ανήκει στο παρελθόν, όλη η υπόσταση – ύλη θα έχει παραμεριστεί. Τους θορύβους, τις λέξεις και τις «θέσεις» θα έχει διαδεχτεί η σιωπή. Τα σύμβολα θα έχουν χαθεί, και όλος ο βίος θα αποτελεί έναν κόκκο άμμου παρασυρμένο από μύριους ανέμους. Το σώμα, με τα τελευταία του σημάδια από την χθεσινή μάχη, το πνεύμα, με το τελευταίο τρόχισμα των κόψεων του και η φυσική παρουσία, με την ύστατη προσέγγιση του εσώτερου κέντρου της, θα αποτελούν την μόνη «περιουσία», την απεικόνιση του –ισμού που υπήρξε το μέσο, την Νίκη.
Ο λόγος διατηρήσεως της φλόγας, ο λόγος του προσδιορισμού των συντεταγμένων προσανατολισμού, η γενεσιουργός αιτία κάθε κινήσεώς μας, εκπορεύεται από το νέο αυτό πρότυπο ανθρώπου, το οποίο δεν συζητάμε , δεν αναλύουμε, δεν σχολιάζουμε, δεν ευαγγελιζόμαστε, αλλά δημιουργούμε. Κάθε πτυχή της προσωπικότητός μας παραμένει ζωντανή, όσο εξελίσσεται. Όσο απομακρύνεται από την κοινωνία των μαζανθρώπων και τα αστικά τους πρότυπα. Εντός των τειχών της παρακμής, μα θωρακισμένοι με πίστη και θέληση αποτίναξής της, με λιγοστούς συντρόφους και αμέτρητους εχθρούς προχωρούμε εμπρός καθυποτάσσοντας τις αδυναμίες και τα πάθη. Σε όλες τις ανούσιες ερωτήσεις και απορίες των αστών και μαζανθρώπων υπάρχουν μονάχα τρεις λέξεις που αρκούν. Στρατιώτης, Πόλεμος, Νίκη. Ο Παραδοσιακός Άνθρωπος είναι στρατιώτης των Ιδεών του, ο Πόλεμος είναι η ζωή του και η Νίκη ο προορισμός του. Δεν έχει τομείς, δεν έχει δεύτερες και τρίτες παράλληλες ζωές. Η ψυχαγωγία του, η πάλη του για επιβίωση, ο ελεύθερος χρόνος του, κάθε του στιγμή φλέγεται από την παθιασμένη λύσσα του γκρεμιστή και την γαλήνια ηρεμία, υπομονή και μεθοδικότητα του χτίστη. Οι ήχοι των αστών, οι εικόνες των πόλεων τους, οι γεύσεις των πλαστικών τους παρασκευασμάτων, η μυρωδιά των «εκπνοών» τους, μονάχα αηδία και αποστροφή δύνανται να δημιουργούν. Η καθημερινότητα ανάμεσα στα «ερείπια» του κόσμου τους, είναι ένα αναπόφευκτο πέρασμα. Το ψέμα, η προδοσία, η αχαριστία, το ξεπούλημα, η κοροϊδία, αποτελούν αναμενόμενα χαρακτηριστικά ανθρώπων που αρέσκονται να θεωρούν τα «ερείπια» ως Ιθάκη τους. Ο Παραδοσιακός άνθρωπος, δείχνει κατανόηση και είναι ευγενικός. Ποτέ, όμως, δεν συγχωρεί και δεν θα δείξει ίχνος οίκτου τις στιγμές εξακτίνωσης της δράσης του, απέναντι σε όλους όσους θελημένα ή μη, ωθούν ταχύτερα τον κόσμο στην επερχόμενη Kali Yuga.
Όταν λοιπόν κάποιος αναρωτηθεί, ποιος είναι ο αγώνας μας, τότε εμείς αρκεί να κοιτάξουμε τους αληθινούς και ειλικρινείς συντρόφους μας. Δεν χρειάζονται ούτε επιχειρήματα ούτε εξηγήσεις. Ο ίδιος μας ο εαυτός, οι ίδιοι μας οι σύντροφοι είναι τα αποτελέσματα του Αγώνος. Όλοι μας κάποτε άνθρωποι του κόσμου που αφήσαμε πίσω μας. Η αληθής πολιτική δράση, δεν αναζητά ισχύ μέσω της ποσότητος, αλλά δύναμη μέσω της ποιότητος, μιας και αυτή είναι που θα θεμελιώσει εκείνο το οικοδόμημα που σταθερό στο κέντρο των αξιών του, θα ορθώνεται στα ιδανικά και θα εξαπλώνεται στα εναπομείναντα υγιή στοιχεία των κοινωνιών. Σε εκείνους δηλαδή που διατίθενται να μεταβούν από τον πόλο της ποσότητος σε εκείνο της ποιότητος, σε εκείνους που εμπνέονται από την μάχη για την διάπλαση ενός Νέου Τύπου Ανθρώπου.