Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Περί Ηνιόχων...


   Κοίτα στα χρόνια που περνούν σύντροφε πως η ζωή, αυτό το άθροισμα μυριάδων στιγμών , φωλιάζει πίσω από τα βλέμματά μας. Γιατί όσες από αυτές βγαλμένες από την ειλικρινή ιερή ή ανίερη φύση μας είναι, μέχρι το τέλος θα μας ακολουθούν. Σαν εκείνη την κρυσταλλική δομή που την έχουν διαμορφώσει τόσες και τόσες κατεργασίες. Κάθε νύχτα, πριν από κάθε μικρό απολογισμό, κάπου ανάμεσα στις μάχες μεταξύ της  σωματικής κοπώσεως και τις συγκρουσιακές ανάγκες του νου για το ποιος θα οδηγήσει συντομότερα στον ύπνο, μία μορφή κατακλύζει την σκέψη και ποιος να ξέρει πόσα ακόμη διαπερνά..Αυτή η δελφική αρχετυπική μορφή, ενός νικητή, δίχως αλαζονεία, δίχως έπαρση, δίχως υπερβολή. Για κάποιο λόγο η ιστορία επέτρεψε να μείνει η μορφή, το σώμα και  κάποια δάχτυλα να συγκρατούν  χαλινάρια… Μπορείς να ξέρεις αν υπάρχει κάποια νομοτέλεια πίσω ακόμη και από τα απομεινάρια που μένουν από μία καταστροφή; Μήπως ο ντετερμινισμός και το χάος των θεωρητικών  υποσκελίζεται από την βούληση του ψυχισμού να αναζητήσει τον λόγο για τον οποίο έχει επιλέξει η ιστορία να μας αφήσει συγκεκριμένα μέρη ομορφιάς, κάλους, αρχετύπων; Μήπως και στην ζωή μας την ίδια , σε αυτά που εν τέλει μας «μένουν» , από όλες μας τις μάχες, κρύβεται μία μεγάλη σοφία στην οποία οφείλουμε να διακρίνουμε το δίδαγμα της επόμενης στιγμής; Δεν είναι ο τόπος μας, αυτοί εδώ οι αντιαισθητικοί σωροί οπλισμένου σκυροδέματος, τα ντουβάρια και τα πορτοκαλί φώτα της νύχτας, οι ήχοι από κυλίνδρους που παράγουν κίνηση, η μυρωδιά όσων αυτοί θα φτύσουν, τα ψόφια δέντρα που αναγκαστικά στρίμωξαν σε μετρημένα τετραγωνικά μέτρα γης, ο χώρος και ο αέρας στον οποίο μία μεγάλη ανάγκη γεννήθηκε μέσα μας; Μια μεγάλη ανάγκη η οποία οδηγούσε  τα ηχητικά κύματα των κραυγών μας να συνθλίβονται στα ντουβάρια των αστικών αυτών χαραδρών, μία μεγάλη ανάγκη η οποία τους δρόμους κατέκλυζε και σε στενά εναλλασσόταν ο κυνηγός με τον κυνηγημένο, ο φόβος άλλαζε μέσα σε λεπτά πλευρά και η στιγμή αιχμαλωτιζόταν μια για πάντα μέσα σου. Δεν σου έρχονται στο νου οι αιχμάλωτες αυτές στιγμές όταν σκηνές γαλήνιες αναζητάς στην καθημερινότητά σου να κοιτάξεις; Η ίδια ανάγκη και τώρα μας οδηγεί να κερδίζουμε σπιθαμή προς σπιθαμή τον ζωτικό μας χώρο, να ποτίζονται τα «χαρακώματα» από τον ιδρώτα του μόχθου, αδιαφορώντας για τις πληγές. Άλλωστε, πότε δεν ήταν ότι πιο περήφανο διαθέτουμε σε αυτό τον κόσμο, η ίδια μας η ζωή και τα κατορθώματα που φέρνει η θέλησή μας; Και αν θυμάσαι, ακόμη και στην πρώιμη ανωριμότητά μας, ξέραμε να διακρίνουμε τους ήρωες από τις πληγές τους και όχι από τα λόγια τους. Τους εργάτες και αγωνιστές της ζωής από τα χέρια τους και τους συντρόφους  από τα βλέμματά τους. Πιστεύουμε σε μία ιδιαίτερη αριστοκρατία, αυτή των πεδίων που διαμορφωθήκαμε και εμείς. Αυτός είναι ο κόσμος μας. Και αν δεν ήταν, ίσως έπρεπε να τον επιλέξουμε. Είναι η μεγάλη μας πρόκληση. Σκέψου, ήμασταν παιδιά και ασφυκτιούσαμε για μία ελπίδα. Κάτι να βρούμε γύρω μας, κάτι να πιστέψουμε και να ακολουθήσουμε ολόψυχα. Δίχως ίχνος εγωπάθειας και κέρδους, μόνο και μόνο για να καταφέρουμε να διαχυθούν οι ακτίνες της Ιδέας μας σε όλα αυτά τα σκοτεινά μέρη. Για να λάμψουν οι δάδες μίας γενιάς που έχει έρθει για να κάψει, να γκρεμίσει, να αντισταθεί στην παρακμή ενός ολόκληρου κόσμου. Έχεις καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να γυρίσεις το βλέμμα σου για να μην βλέπεις όλα αυτά τα παιδιά που τώρα αυτή την στιγμή γεννιούνται και θα αναζητήσουν αύριο μία ελπίδα; Όλους αυτούς τους αδύναμους που δεν πρόκειται μόνοι τους ποτέ να κινηθούν, όλους αυτούς που αγωνίζονται καθημερινά για απλούς, αλλά ειλικρινείς λόγους; Δυστυχώς, δεν θα το καταφέρουμε ποτέ, μήτε τα μάτια μας να κλείσουμε, μήτε να ασκητέψουμε. Για έναν και μόνο λόγο, διότι δεν στραφήκαμε στην Ιδέα για να γίνουμε κάτι εμείς μέσα από αυτήν, αλλά να ζήσει αυτή μέσα από εμάς. Αυτή η βιωματική εμπειρία, που τόσα και τόσα εξήγησε στον χρόνο για μας τους ίδιους. Και ξέρεις, όσο μία μορφή που κρατάει τα χαλινάρια στα χέρια, όλων αυτών των ζυμώσεων, προδιαθέσεως και περιβάλλοντος, κοιτάει μπροστά , με την ηρεμία της ικανοποιήσεως αυτού που πρέπει να γίνει, τότε συνεχίζει και το τέθριππο τον προορισμό του. Και ίσως στον χρόνο, αυτή η τετράδα σε μία μεγάλη λύτρωση και επανάσταση μας οδηγήσει. Ίσως στο βλέμμα μας , να μην υπάρξει η γαλήνη μίας κοινωνικής τελικής νίκης, αλλά μείνε πλάι μου, και εγώ σε σένα, για να καταγραφεί στην τελευταία μας στιγμή το ότι καταφέραμε να ζήσουμε ως πολέμιοι ενός κόσμου που όσο περισσότερο γνωρίσαμε, τόσο περισσότερο μισήσαμε. 

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ...


Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχoυν᾿ ἐλπίδες μόνο.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!

Κωνσταντῖνος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ἡ Ἀνάβαση στό Ὄρος Βεντού


Nicholas Roerich

Ἡ ἐπιχείρηση δέν ἦταν εὔκολη: τό βουνό εἶναι μιά μάζα τόσο πετρώδης καί ἀπόκρημνη πού γίνεται σχεδόν ἀδιάβατη. Ὅμως, ὅπως τό εἶπε τόσο ὡραῖα ὁ ποιητής, «ἡ τρομερή προσπάθεια ὅλα τά νικᾶ» (Βιργίλιος). […] 
Ἡ μέρα πού ἀργοῦσε νά νυχτώσει, τό εὐχάριστο ἀεράκι, ὁ ἐνθουσιασμός πού φτέρωνε τήν ψυχή, ἡ ἄσληση πού ἔδινε σφρίγος στά σώματα, κι ἄλλα παρόμοια, διευκόλυναν τήν πορεία μας. Μονάχα ἡ φύση τοῦ ἐδάφους μᾶς δυσκόλευε. […] 
Ἤμουν κυρίως ἐγώ πού βράδαινα τό βῆμα, ἐνω ὁ ἀδελφός μου, πού βάδιζε κατευθείαν πρός τήν ράχη τοῦ βουνοῦ, κέρδιζε δρόμο κι ἔφτανε ὅλο καί ψηλότερα. Ἐγώ, χωρίς ἰκμάδα, ἔμενα στά χαμηλά, κι ὅταν μέ φώναζε γιά να μοῦ δείξει τον συντομότερο δρόμο τοῦ ἀπαντοῦσε ὅτι ἔλπιζα νά βρῶ πιό εὔκολο, καί πῶς δέν μ’ ἔνοιαζε ἄν θά ‘ταν μακρύτερος, φτάνει να ‘ναι πιό ὁμαλός. Μέ κάτι τέτοια δικαιολογοῦσα τήν δειλία μου, κι ἐνῶ οἱ ἄλλοι πλησίαζαν ἤδη στήν κορυφή, ἐγώ πλανιόμουν κάτω, στά λαγκάδια, κι οὔτε μονοπάτι πιό στρωτό ἔβρισκα οὔτε καί προχωροῦσα: τό μόνο πού κατόρθωνα ἤταν νά κάνω τόν δρόμο μου πιό μακρύ και τον μόχθο μου πιό ἄχρηστο. […]
Ἤθελα ν’ ἀποφύγω τήν κούραση τῆς ἀνάβασης, ὅμως ἡ φύση δέν ἀνέχεται τήν ἀνθρώπινη πονηριά, κι ἕνα ὑλικό σῶμα ποτέ δέν μπόρεσε νά ἀνέβει κατεβαίνοντας. […]
Ἔλεγα στόν ἑαυτό μου: «Αὐτό πού δοκίμασες σήμερα τόσες φορές ὅσο σκαρφάλωνες ἐτοῦτο τό βουνό, νά ξέρεις ὅτι θά σοῦ ξανασυμβεῖ, κι ὄχι μόνο σέ σένα ἀλλά και σέ ἄλλους πολλούς, ὅσο θα προσπαθεῖς νά φτάσεις τήν ἀληθινή εὐτυχία (beata vita). Ὁ λόγος πού οἱ ἀνθρωποι δέν τό ἀντιλαμβάνονται εὔκολα, εἶναι γιατί οἱ κινήσεις τοῦ σώματος γίνονται στά φανερά, ἐνῶ τοῦ πνεύματος εἴναι κρυφές καί μένουν ἀθέατες. Αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐυτυχία βρίσκεται μονάχα στά ὑψηλότερα καί, καθώς λένε, στενή εἶναι ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Πολλές στενοποριές πρέπει νά προσπεράσεις, καί πολλά μεγάλα σκαλοπάτια ν’ ἀνέβεις ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή. Στήν κορυφή εἶναι τό τέλος τῶν ἀγώνων μας, κι ἐκεῖ τελειώνει ὁ δ΄ρομος τοῦ μακρινοῦ ταξιδιοῦ μας. Ὅλοι ἐκεῖ θέλουν νά φτάσουν· ὅμως, ὅπως λέει ὁ Ὀβίδιος «Δέν ἀρκεῖ νά θέλεις κάτι: γιά νά τό κερδίσεις, πρέπει νά τό λαχταρᾶς». 
[…] Ἔμεινα νά στοχάζομαι σιωπηλά τήν ἔνδεια τῆς κρίσης τῶν ἀνθρώπων, πού παραμελοῦν τό σπουδαιότερο κομμάτι τους καί σκορπίζομται στούς τέσσερις ἀνέμους, ἀναζητώντας σέ θεάματα μάται καί κούφις αὐτό πού θά μπορούσαν νά ἀνακαλύψουν μέσα τους. Κι ἐκεῖ, μέσα στήν περισυλλογή μου, ἀναλογιζόμουν πόσο σπουδαῖο θά ‘ταν τό πνεῦμα μας ἄν δέν εἶχε τήν ἀρρωστημένη τάση ν’ ἀπομακρύνεται ἀπό τίς πρωταρχικές του ρίζες καί νά διαστρέφει ἐκεῖνο πού ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε γιά νά τό τιμήσει. Πόσες φορές σήμερα, στόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, δέν γύρισα ν’ ἀντικρίσω τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ! Ἔ, λοιπόν, μοῦ φαινόταν μόλις ἴσαμε ἕναν πήχυ ὑψηλή, μπροστά στά ὕψη πού μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἀνθρώπινος στοχασμός, ἄν δέν βυθιζόταν στή λάστη τῆς ἀθλιότητας τῶν ἐπίγειων. Καί σχεδόν σέ κάθε βῆμα ἔκανα τούτη τήν σκέψη: «Ἐγώ δέν δίστασα νά βάλω τόση προσπάθεια καί τόσον ἱδρώτα γιά να πλησιάσω ἔστω καί ἐλάχιστα τόν οὐρανό μέ τό κορμί μου· ποιος σταυρός, ποιά φυλακή, ποιά μαρτύρια θά μποροῦσαν νά φοβίσουν τήν ψυχή μου νά συντρίψει τά ὕψη τῆς ἀλαζονείας καί τήν θνητή μοίρα μας, καθώς ὁδεύει πρός τόν Θεό;» Καί τοῦτο ἀκόμη: «Πόσοι νά ‘ναι ἄραγε ἐκεῖνοι πού ἀκολούθησαν τόν ἄλλον δρόμο, ἀπό φόβο γιά τίς δυσκολίες καί ἀπό δίψα γιά τίς ἡδονές; Ὤ, τρισευτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος –ἀν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἕνας τέτοιος ανθρωπος–, πού εἶχε στόν νοῦ του ὁ ποιητής ὅταν ἔγραφε: Εὑτυχής αὐτός πού μπόρεσε νά γνωρίσει τήν φύση τῶν πραγμάτων. καί νίκησε τόν φόβο τοῦ θανάτου καί τό ἀμείλικτο πεπρωμένο, καί τό βουητό τοῦ ἄπληστου Ἀχέροντα» (Βιργίλιος) Ὤ, πόσος μόχθος χρειάζεται γιά νά κυριέψουμε ὄχι τήν κορυφή ἑνός θεόρατου βουνοῦ, ἀλλά τίς ὀρέξεις πού γεννοῦν οἱ κατώτερες, γήινες ἀνάγκες μας! 
Ἔτσι, μέ τήν καρδιά ξεσηκωμένη ἀπό συγκίνηση καί μέ πόδια πού δέν ἔνιωθαν τοῦ δρόμου τίς κακοτοπιές, ἔφτασα ἀργά τήν νύχτα στό ἀγροτόσπιτο ἀπ’ ὅπου εἶχα ξεκινήσει τά χαράματα.

Πετράρχης   
Ἡ Ἀνάβαση στό ρος Βεντού

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Περί των επομένων ημερών και χρόνων...

Συνεχίζουμε. Άλλοτε στρωτά, άλλοτε στροβιλιζόμενοι στις δίνες του  καθημερινού ολέθρου, προχωρούμε. Από την πρώτη εκείνη παιδικότητα όπου η προδιάθεση σμιλευμένη από την παιδεία και το περιβάλλον συνέδεσε, έστω διαισθητικώς, το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, οδηγώντας τις σταγόνες  μίας ατομικότητος στον  ρου ενός αιμάτινου ποταμού. Η πρώτη  αυτή και μόνη αληθή βάφτισή μας, μία απελευθέρωση υπήρξε από τα δεσμά της υποταγής του πεπρωμένου των σκλάβων. Αρνούμαστε οποιαδήποτε ηττοπάθεια, αρνούμαστε οποιαδήποτε συζήτηση για κόσμους και πολιτισμούς που τελειώνουν, αρνούμαστε οποιαδήποτε παραίτηση και οποιαδήποτε θεωρία και ενατένιση που αποσκοπεί σε εγωιστικές αυτολυτρωτικές αναζητήσεις ή τάσεις. Το ύστατο ανάχωμά μας, πίσω από το οποίο εδρεύει μονάχα το τέλος ενός μικρού κύκλου, είναι η Πίστη μας στην νικηφόρα επέλαση μίας νέας γενιάς, η οποία θα επιβάλλει την θέλησή της και θα οικοδομήσει το  νέο Αύριο της Ελλάδος και της Ευρώπης.  Δεν υπάρχουν κοινωνικά περιθώρια για να φωλιάσουμε, δεν αναζητούμε καταφύγια προστασίας. Μία ολάκερη κοινωνία , μάζες με όλα τα χαρακτηριστικά που τις χαρακτηρίζουν αιωνίως, μειοψηφίες με τα αρνητικά και  τα θετικά τους, μεμονωμένοι παρατηρητές, δειλοί, ήρωες, φοβισμένοι, ανίκανοι, ικανοί, χαρισματικοί, συγκροτούν το πεδίο στο οποίο μαχόμαστε.
Σε αυτό το πεδίο, εν μέσω σήμερα ενός ολοκληρωτικού φυλετικού και πολιτιστικού  πολέμου καλούμαστε να εργαστούμε και να αγωνιστούμε έχοντας κατά νου ότι το απρόβλεπτο των ιστορικών συγκυριών μπορεί να μας οδηγήσει αυτή η νέα γενιά που ευαγγελιζόμαστε να  είναι τόσο κοντά όσο και μακριά. Εργαζόμαστε έχοντας κατά νου την μεγάλη ευθύνη ότι ίσως αποτελέσουμε θεμέλιοι λίθοι, ίσως χρειαστεί να είμαστε μέρος, ίσως χρειαστεί να αποτελέσουμε το παράδειγμα από το οποίο θα εμπνευστούν. Και αυτό διότι, πολλές φορές η ανάπτυξη θεωριών περί ελεύσεως κάποιων άλλων κάποτε, για τους οποίους προετοιμάζουμε κάποιο έδαφος, ίσως εσωτερικά κρύβει μία αδυναμία ανάληψης των ευθυνών που μας αναλογούν για την εποχή μας. Εξυπηρετούν ταυτοχρόνως τις ψυχολογικές μας άμυνες και δικαιολογούν πληθώρα πεπραγμένων. Είναι προτιμότερο να είμαστε σε συνεχή εγρήγορση για τις μάχες που επιθυμούμε να έρθουν και ας μην έρθουν όσο ζούμε, παρά να επαναπαυόμαστε στην αναμονή μεσσιών ή εξελίξεων. Καλώς ή κακώς, ένα μεγάλο δίδαγμα του παρελθόντος του γένους μας είναι πως από τον  μικρόκοσμό μας μέχρι τον εθνικό κορμό, αν δεν χαράξεις εσύ την ιστορία , θα σε χαράξει εκείνη.
Οι μικρές μας, λοιπόν, καθημερινές νίκες και ήττες, η κάθε επιτυχία που λαμβάνει χώρα στο προσωπικό μας πεδίο, αλλά και σε εκείνο των συνόλων με τα οποία πορευόμαστε οφείλουν να συνθέτουν την τρέχουσα ιστορία. Από την προσφορά και τα αποτελέσματα σε αυτήν κρινόμαστε, γιατί μονάχα σε εκείνη θα λογοδοτήσουμε. Κάθε αυγή σε αυτό τον τόπο οφείλουμε να ορθώνουμε το ανάστημά μας απέναντι στην θλιβερή πραγματικότητα και κατάντια της ράτσας μας. Οφείλουμε, ως ύστατο καθήκον, να μείνουμε εκείνοι οι όρθιοι υπερασπιστές , τους οποίους θα διακρίνουν όσοι αναζητούν συναγωνιστές, μα κυρίως συντρόφους. Διότι, αν λυγίσουμε και εμείς, τότε ποιοι; Ποιοι θα μείνουν στην ιστορία ως εκείνοι που αγωνίστηκαν εκείνα τα χρόνια; Γνωρίζουμε πολύ καλά, πως κάποια μουσική ίσως χάσει μία ιδιοφυία της, κάποια επιστήμη ένα ακόμη καλό συνεχιστή της εξελίξεώς της, κάποιο άθλημα, κάποια νιότη, κάποιοι έρωτες, κάποια υψηλής ποιότητος ζωή τους λάτρεις της. Μα στον αντίποδα, μια Πίστη θα κερδίσει λίγη ακόμη θέρμη στην φλόγα της και κάποια επανάσταση θα έρθει λίγα δευτερόλεπτα πιο κοντά από το άπειρο που φαντάζει να βρίσκεται. Δεν είναι κάποιος μηδενισμός που υποβόσκει, μήτε κάποια υποβάθμισή τους. Είναι αυτή η αίσθηση της πληρότητός που χαρακτηρίζει την Ιδέα μας, της οποίας κύριοι άξονες είναι το Αίμα, η Τιμή και η Γη. Και εντός αυτών προσδιορίζονται όλα τα υπόλοιπα. Η κατακρήμνιση από τους εχθρούς αυτών των αξόνων, μονάχα μίσος μπορεί να μας γεμίζει. Μίσος το οποίο οφείλουμε να μετουσιώσουμε σε αποφασιστικότητα, σιδηρά θέληση και πειθαρχία στην επίτευξη των στόχων μας. Πλημμυρίζει τα συναισθήματά μας, ξεπερνά το μέτρο, μας μολύνει, μας τυφλώνει πολλές φορές, μα ακονίζει τον χαρακτήρα μας. Δυστυχώς, κανένα άλλο συναίσθημα δεν έχουμε να χαρίσουμε στους καπιταλιστές και μαρξιστές τυράννους της εποχής, για των οποίων τα συμφέροντα μία φυλή εξευτελίζεται και τόσα έθνη της κονιορτοποιούνται. Μήτε μπορούμε επίσης κοντόφθαλμα να αναλωθούμε σε έριδες, διαφωνίες και  πάθη του παρελθόντος τα οποία σύντροφοί μας δεν μπορούν να υπερνικήσουν. Θα σταθούμε στον δρόμο που οδηγεί σε μία νέα γενιά, διότι αυτήν έχουμε και μας έχει ανάγκη όσο τίποτα άλλο.
Αφήνουμε όσους επιθύμησαν την δημοκρατία, να ακολουθήσουν τον δρόμο της. Αφήνουμε όσους επιθύμησαν το περιθώριο να ορθοποδήσουν εκεί. Αφήνουμε όσους επιθυμούν την θεωρητική εξέλιξη της Ιδέας να εργαστούν εκεί. Ένα πέλαγος από εχθρούς έχουμε απέναντί μας και αν επιθυμήσουμε κάποια πάθη μας να εξοστρακιστούν, τα συναισθήματά μας για αυτούς να εκφραστούν τότε οι επιλογές μας , την καταραμένη αυτή εποχή, είναι χιλιάδες.  Η εσωστρέφεια και η επιλογή εχθρών εντός πολύ κλειστών πλαισίων, πολλές φορές είναι ο τρόπος να δικαιολογούμε την αδυναμία επιστροφής στα πραγματικά μέτωπα του Αγώνα. Την γειτονιά μας, τις πόλεις μας, τα χωριά μας, την Πατρίδα μας. Σε όποια κατάσταση και αν είναι, ας μην αμελούμε πως αυτή μας γέννησε και μέσα σε αυτή τη μήτρα γεννήθηκε και θριάμβευσε μέσα μας η Ιδέα. Αυτή λοιπόν την μεγάλη πρόκληση μα και ευχαρίστηση να στεκόμαστε όρθιοι σε αυτό τον όλεθρο δεν θα την χαρίσουμε σε κανένα εισβολέα, σε κανένα ανθέλληνα. Στα μεγάλα βιβλία του Γένους μας, γραμμένα από Αίμα , μάθαμε πως η Αριστοκρατία της Ράτσας  μας εκφράστηκε εξίσου λαμπερά από την αγροτιά μέχρι την κλεφτουριά... Με γνώμονα την επικράτηση τα χέρια μας όπως θα λερωθούν από μελάνι, θα λερωθούν και από λάσπες. Όπως θα στολιστούν από τα δυτικότροπα κουστούμια, θα τα δέσουν και δεσμά. Μακάριοι όσοι λίγο ή πολύ βίωσαν και πολλοί βιώνουν τις διώξεις των πραιτοριανών ενός μορφώματος που καταρρέει, διότι αν δεν λυγίσουν , θα είναι σίγουρα ισχυρότεροι και αν δεν είχαν από μόνοι τους την τόλμη να τους γράψει η ιστορία ως διωκόμενους, άρα και εχθρούς της δημοκρατίας, το κατάφερε ο Αγώνας ο οποίος επιλέγουν.
Γνωρίζουμε πολύ καλά, πως κίνητρο αριστερών και δεξιών πίσω από κάθε παιδί, κάθε πατριώτη , κάθε εθνικιστή, κάθε εθνικοσοσιαλιστή ο οποίος χτυπιέται ή διώκεται, δεν είναι το κατά πόσο είναι αληθείς ή όχι οι ιδέες του, αν υπηρετεί σωστούς ή λάθος αρχηγούς, αν είναι συνειδητοποιημένος ή όχι, αλλά μονάχα αυτό : Η ύπαρξή του απέναντι από τα συμφέροντα κράτους και παρακράτους μαρξιστών και καπιταλιστών.  Οτιδήποτε δεν μπορεί να ελέγχει πλήρως η δημοκρατία, ακόμη και συμμάχους της, οτιδήποτε θεωρήσει ότι μπορεί να κλονίσει της ισορροπία της, θα το χτυπήσει. Ύπουλα, αμείλικτα, αδίστακτα. Αυτός είναι και ο λόγος που αρνούμαστε να εισαχθούμε σε κόλπους της. Τουλάχιστον τα μόνα πισώπλατα μαχαιρώματα θα τα περιμένουμε μονάχα από κοντόφθαλμους «ομοϊδεάτες», οι οποίοι αδυνατούν να ταχθούν απέναντι στους δεκάδες εχθρούς και αναζητούν εύκολες λύσεις αποδείξεως ή επιβεβαιώσεως της ύπαρξής τους.

Η Υπερβορεία αποτελεί μονάχα ένα βήμα εκφράσεως και παρουσιάσεως μέρους των θέσεων και των αναζητήσεων της ομάδος που τη συγκροτεί. Η Αγωνιστικότητά μας είναι η ίδια μας η καθημερινότητα με όσους συναγωνιστές και συντρόφους πορευόμαστε μαζί. Όλους και όλες αυτές οι οποίοι πραγματικά επιτρέπουν στον Ήλιο της Ιδέας να λιώσει τα πάθη, τους εγωισμούς και τις ατομικές ψευδαισθήσεις και να ξεχυθούν με αποφασιστικότητα στην εργασία και στις μάχες για την Φυλή και την Πατρίδα.  Δίχως ίχνος οπισθοδρομήσεως, δίχως ίχνος παραιτήσεως υποδεχόμαστε τα ακόμη σκοτεινότερα και δυσκολότερα για εμάς χρόνια. 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Ζεν – Η αριστοκρατία του Πνεύματος.



   Βιώνοντας μία καθημερινότητα πλήρους αποϊεροποιήσεως της ζωής μα και πλήρους αντιστροφής των αξιών αυτής, στο βαθμό τον οποίο ως φυσικές παρουσίες δυνάμεθα ν’ αντιληφθούμε , δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε αμέτοχοι στην αναζήτηση των ριζών της πάλαι ποτέ ομοούσιας Ηλιακής φύσεως θρησκευτικότητος και πνευματικότητος των λαών της Ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας. Μίας πνευματικότητος η οποία ως απόρροια μίας ενδοτέρας βουλήσεως, προδιαγεγραμμένης εκ φύσεως , αγωνιούσε και αγωνιά να εκφραστεί ακόμη δε και διαμέσου ολότελα αλλοτρίων δογμάτων, ιεροτελεστιών, θρησκειών.   Η αλλότρια φύση έγκειται ουσιαστικά στην επιφανειακή διαφορετικότητα η οποία, όμως, προκύπτει ως αποτέλεσμα αναγκών διαφορετικών ψυχοσυνθέσεων και ενδοτέρων βουλήσεων. Προτού , λοιπόν, καταδικάσουμε την αρχή της διακρίσεως όσον αφορά την έκφραση, ας σεβαστούμε τον πλουραλισμό της φύσεως όσον αφορά την ατομική ή συλλογική σύνθεση. Και αν το μεν πρώτο είναι εφικτό ως σημείο των καιρών μίας Kali Yuga[1]  να το ομογενοποιήσουμε και να το κομποστοποιήσουμε μέσω ποικίλων εργαλείων της επιταχυνόμενης παρακμής όπως η κατά Rene Guenon «στερεοποίηση» , το δε δεύτερο η ιστορία όλων των φυλών και κοινωνιών δεικνύει πως αδυνατούμε να το καλουπώσουμε. Ίσως, αυτή η αδυναμία , να είναι και η κινητήριος δύναμη στην κυκλική τροχιά της εποχής. Κάθε τέλος ενός κύκλου βέβαια δεικνύει με την σειρά του αυτομάτως την αρχή ενός νέου. Η αναζήτησή μας δεν προέρχεται και δεν απευθύνεται σε παρατηρητές ή απλούς μελετητές, μα σε εκείνους που θα στραφούν ολόψυχα στο Φως και την Αλήθεια, όχι για κάποια δική τους ατομική τέρψη, αλλά για ν’ αποτελέσει ολόκληρος ο βίος τους μία καλλιέργεια και το τέλος μία σπορά για τον νέο κύκλο που έρχεται.
   Στην αναζήτηση των ριζών της Φωτεινής και Ηλιακής παραδόσεως με οδηγό το κορμό – φυσικό σώμα – φυλή , θα μπορούσαμε να φθάσουμε έως την Βεδική παράδοση, την οποία λόγω της προφορικής της ιδιότητος αδυνατούμε πλήρως να χρονολογήσουμε. Με σιγουριά , όμως, την προσδιορίζουμε , αρκετά παλαιότερα από τα Ομηρικά χρόνια. Μία συγκριτική μελέτη της Ιλιάδος με την Mahabarata , της Οδύσσειας με το Ramayana, των έργων του Πλάτωνα και του Ησίοδου με τις Ουπανισάδες θα αποδείκνυε μία εκπληκτική συγγένεια αρχετύπων, φιλοσοφικών ενατενίσεων, υπαρξιακών αναγκών και ατραπών αναζητήσεως της αληθείας, η οποία μας προδιαθέτει για μία κοινή αρχή – ρίζα προελεύσεώς τους. Αν όχι, αυτών καθ’ αυτών , των αρχέγονων εκείνων προτύπων από τις οποίες επηρεάστηκαν. Ολόκληρη η Βεδική – Ινδική παράδοση εκφράστηκε μέσω της Σανσκριτικής , μίας από τις τελειότερες μαζί με την Ελληνική της αττικής διαλέκτου γλώσσες, ικανές να αποτυπώσουν όλον αυτόν τον εσωτερικό πλούτο και αναζητήσεις των λαών που τις ανεπτύξαν. Μία, όμως, τέτοια προσέγγισή μας, στο Βεδικό «περιβάλλον» θα διατηρούσε την ουσία , αλλά θα μας εγκλώβιζε σε τύπους, ονομασίες, λειτουργίες τα οποία τόσο ηχητικά όσο και εικονικά θα μας ξενίζουν και ίσως εν τέλει μας συγχύσουν αντί να μας βοηθήσουν στην αποκρυστάλλωση σημείων των πνευματικών αναζητήσεων των Ινδοευρωπαίων , με γνώμονα, όμως, την στρέψη προς την πρωταρχική αυτή ουσία και όχι απλώς την περιγραφή.  Οι τύποι, τα σύμβολα, η σημειολογία, η ονοματολογία, η γλώσσα κ.ο.κ. αποτελούν αναπόφευκτα εργαλεία στην στεφάνη της υπάρξεως, όταν η προεργασία για προσέγγιση του πυρήνα αυτής ξεκινά από εκεί. Αντ’ αυτού , δυνάμεθα να στραφούμε σε μία μετεξέλιξη – στην στεφάνη - της πρωταρχικής Ινδοευρωπαϊκής σοφίας, η οποία ακριβώς λόγω της μεθόδου προσεγγίσεως του πυρήνα, όχι από την στεφάνη, αλλά από την αφύπνιση μερών αυτού, μπορεί να μας είναι ευκολότερη , όχι η κατανόηση, αλλά η εμπειρία μέσω της ασκητικής του. Διότι, ας μην αμελούμε , πως φέροντες τις ζυμώσεις, τις συγκρούσεις, τους θανάτους, τις αναγεννήσεις και το όραμα όσων συνθέτουν μία Αρία Ελληνικότητα και επουδενί ενός ασιατικό – μεσογειακού πολιτισμικού κράματος, οφείλει κάθε προσέγγισή μας να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο το παρόν , όσο και το μέλλον. Ένας ολόκληρος κατάλογος δεκάδων θεοτήτων των οποίων τα ονόματα θα ήταν ακατανόητα, τελετουργίες οι οποίες θυμίζουν φθηνές απομιμήσεις κωμικών ταινιών  και εν τέλει γελοιοποιούν την ουσία κάποια παλαιάς θρησκείας, μίμηση δογμάτων εν είδη « happening» , θα οδηγήσουν σε μία πλήρως αποπροσανατολισμένη πορεία από την επιθυμητή. Η μελέτη μπορεί να είναι αληθής σε όλα τα πεδία, το βίωμα  , όμως, χρειάζεται το έδαφός του για να είναι αληθές.
Στρεφόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο στην μοναδική διδασκαλία η οποία επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στο βίωμα  της Ηλιακότητος, του Φωτός και της Αληθείας. Το Ζεν [2]. Το να περιγράψουμε εν προκειμένω τις βασικές αρχές ενός από τα πιο δυσνόητα για την σύγχρονη δυτική σκέψη συστήματα προσεγγίσεως και κυρίως βιώσεως της Θείας Ουσίας του Κόσμου, θα αποτελούσε αυτομάτως, πέραν των δυσκολιών, και αναίρεση των αρχών αυτών. Μπορούμε , βεβαίως, να επικαλεστούμε τις παρατηρήσεις και τα γραπτά σημαντικών μελετητών και φορέων της ασκητικής του ατραπού. Ο ίδιος ο όρος Ζεν προέρχεται από το Κινέζικο Chan μία παράφραση της Σανσκριτικής λέξης Dyana. Όπως και στα Ινδικά κείμενα , έτσι και στον πρώιμο Βουδισμό επισημαίνεται η αριστοκρατική – Αρία καταγωγή του υπαρκτού στο βαθμό που η ιστορική έρευνα επιβεβαιώνει πρίγκιπα Σιντάτα. Η μη επιβεβαίωση της ιστορικότητος , όπως και σε άλλες περιπτώσεις, δεν μας αποκλείει από την προσέγγιση της εν συνεχεία διαμορφωμένης παραδόσεως , η οποία αν μη τι άλλο, είναι υπαρκτή. Στον Βουδισμό, όπως και στα περισσότερα θρησκευτικά συστήματα, οι αρχικές διδασκαλίες κάποια «φωτισμένης» προσωπικότητος διαμορφώθηκαν, ερμηνεύθηκαν και συστηματοποιήθηκαν από μαθητές ή μεταγενέστερους πιστούς, σε βαθμό που πολλές φορές ίσως και να μην έχουν καμία σχέση με την αρχική διδασκαλία. Το ίδιο μπορούμε να θεωρήσουμε και με τον Βουδισμό , ο οποίος ενώ αρχικώς υπήρξε μία διδασκαλία μίας πολύ κλειστής κάστας υγιούς – εσωτερικού και ουχί υλιστικού, αριστοκρατισμού, στην οποία απαγορευόταν ακόμη και η συμμετοχή γυναικών,   εν συνεχεία μεταλλάχθηκε σε μία κατεξοχήν θρησκεία της μάζας με όσες εκπτώσεις απαραιτήτως χρειάζεται να λάβουν χώρα για να είναι επιτυχής αυτή η μεταστροφή. Επηρεασμένος από τον Ινδουισμό , την Βεδική Παράδοση , πολύπλοκος όσο και αυτά , με δαιδαλώδεις διαδρομές στην ορθή ερμηνεία μίας κινήσεως ή μίας λέξεως, διαιρείται σε δύο συστήματα. Την Mahayana – Μεγάλο Όχημα [3]  και την Hinayana – Μικρό Όχημα [4].  Και ενώ η πορεία αυτών των συστημάτων εξαπλώνεται στην Ασία, κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα αναβλύζει στην βόρειο Ινδία μία νέα – φαινομενικώς- διδασκαλία από τον μοναχό Bodhidharma. Η νέα διδασκαλία δείχνει να βρίσκεται πλησιέστερα από κάθε άλλη στον πυρήνα του πρώιμου Αρίου Βουδισμού. Η διδασκαλία αυτή αποποιείται τις πολυσύνθετες, ποικιλόμορφες και υπεραναλυτικές προσεγγίσεις από δόγματα της εποχής, αντιδρά στις νοσηρές πολλές φορές επιβληθείσες στερήσεις, θυσίες κ.ο.κ. και καθαιρεί ακόμη και τον ίδιο τον Βούδα ως μορφή ή οντότητα ενθρονίζοντας αντ’ αυτού την δυνατότητα του Satori – φωτίσεως σε όποια ατομικότητα, σε όποιο περιβάλλον, σε κάθε κατάσταση. Αναφέρεται συχνά στο Ζεν η πειθαρχία και η άσκηση. Αναφερόμενοι σε πειθαρχία , εννοείται μία ιδιαίτερη εσωτερική κατάσταση αυτοελέγχου, η οποία αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την μετέπειτα υπέρβαση του εγωιστικού εαυτού και της δυαδικότητο.ς Σαφέστατα στην παράδοση αυτή, όπως και στην Ελληνική κοσμοθέαση, η αρχή και το τέλος ίσως να είναι προκαθορισμένα, η προδιάθεση ορίζει πολλές φορές το πλαίσιο και τις κλίσεις , αλλά το τι θα λάβει χώρα εντός του χρονικού και χωρικού αυτού πεδίου βάσει και των φυσικών εργαλείων, έγκειται στην απόλυτη ελευθερία και επιλογή του ατόμου. Η ασκητική του Ζεν αναπτύχθηκε κυρίως στις καθημερινές ενασχολήσεις της ζωής, επιτρέποντας ξανά στο Ιερό να διαχυθεί στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, όπως ακριβώς στις «πρωτόγονες» Ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες. Η γλώσσα, η καλλιγραφία, κάθε είδους εργασία, οι τέχνες, ο πόλεμος, η μουσική απετέλεσαν τα πεδία στα οποία το Ζεν εισήλθε ουσιαστικώς μετατρέποντάς όλα αυτά από ανάγκες ή στην καλύτερη περίπτωση πεδία εκτονώσεως – εκφράσεως , σε μέσα στα οποία ανοικτά  διαχέεται η – ούτως ή άλλως υπαρκτή – Θεία Ουσία του Κόσμου και τα οποία παύουν να έχουν οποιαδήποτε σημασία και νόημα, όταν η «ύλη» ξεπεράσει το μέτρο που της έχει δοθεί και αντικαταστήσει τον «σκοπό».  Σε αυτό το σημείο διακρίνουμε μία σημαντική διαφορά με την εκχριστιανισμένη δυτική παράδοση η οποία ναι μεν εξέφρασε , κατά βάση αθέλητα, τον ψυχισμό των Ινδοευρωπαϊκών λαών της ηπείρου, αλλά δεν απετράπη η μετέπειτα κυριαρχία της ύλης και του κέρδους, κάτι το οποίο ανακύπτει από μία , όπως ανεφέρθη, αλλότρια ψυχοσύνθεση, η οποία στο φυσικό της περιβάλλον εξέφραζε και εκφράζει σε όλη της την έκταση αυτά τα χαρακτηριστικά.  Μπορούμε , εν μέσω πολλών αλμάτων , να θεωρήσουμε την επιστροφή στην απλότητα και την ουσία, ως ένα εξ Ανατολής ξυράφι του Όκαμ [5]  το οποίο απέκοψε κάθε επιπρόσθετο βαρίδιο και κάθε περιττή ανάλυση από την αναζήτηση της Ηλιακότητος στην οποία ενυπάρχουμε και ενυπάρχει και αυτή σε εμάς.
   Η εξάπλωση της διδασκαλίας υπήρξε ραγδαία σε ως επί το πλείστον μη Ινδοευρωπαϊκούς λαούς και κυρίως σε Κινέζους και Ιάπωνες. Ειδικώς στην Ιαπωνία εισήχθη περί τον 11ο μ.Χ. αιώνα. Κατά την εξάπλωση αυτή , η επαφή με τα Ταοϊστικά  στοιχεία καθώς και η αλληλεπίδραση με την Ιαπωνική ψυχοσύνθεση είναι αυτά τα οποία την διαμόρφωσαν και την διατήρησαν ζωντανή στον  η Rinzai, Soto και μία μικρότερη  Obaku. Παρατηρούμε , λοιπόν, πως επί αιώνες μία πρωταρχική Ινδοαρία Σοφία παρέμεινε ζωντανή , όχι από τους ίδιους τους αρχικούς της φορείς, οι οποίοι βεβαίως από τον χώρο που έλαβε χώρα η γέννησή της , έχουν εδώ και αιώνες εξαφανιστεί, αλλά από συγκεκριμένους και με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά λαούς της Άπω Ανατολής.
   Η κυκλική θεώρηση της ιστορίας και η αναζήτηση σε αυτούς τους κύκλους των μύθων των Αρίων, μας φέρνει στο παράδοξο του 20ου αιώνα , όπου αναζητητές της πρωταρχικής ευρωπαϊκής παραδόσεως στρέφονται προς το Θιβέτ και κάποιοι ακόμη πιο πέρα στην Ιαπωνία σε μία προσπάθεια συγκερασμού του τραγικού δυτικού ηρωικού προτύπου με εκείνο των πιστών του Ζεν. Της δυτικής υπερβάσεως και εξακτινώσεως με το Satori. Με κοινό σημείο αναφοράς τον Meister Eckart και έχοντας σημεία ολιστικής θεωρήσεως όπως ο Ζαρατούστρα του Φρειδερίκου Νίτσε ή ο Φάουστ του Βολφγκανγκ Γκαίτε, ξεκινά μία ιδιαίτερη για τα δεδομένα της εποχής σχέση μεταξύ του Count Karlfried Durckheim[6] και του D.T. Suzuki [7]  πριν και κατά την διάρκεια του Β’ Π.Π.  Ανάμεσα στις αναζητήσεις εμφανίζεται και το Νορδικό πρότυπο της εποχής όπως σκιαγραφήθηκε από το Alfred Rosenberg, ενώ στην Ιαπωνία μυείτε στο Ζεν , άλλος ένας επιφανής Γερμανός καθηγητής πανεπιστημίου ο Eugen Herrigel.  Ο τελευταίος μάλιστα μυήθηκε στο Ζεν μέσω της τοξοβολίας, χαρίζοντας στην Δύση ένα από τα σημαντικότερα βιβλία για την διδασκαλία αυτή[8]. C.K. Durckheim, E. Herrigel και  Ιούλιος Έβολα  απετελέσαν μεταξύ άλλων , τις «γέφυρες» των σύγχρονων δυτικών αναζητήσεων με την πρωταρχική αυτή Ινδοευρωπαϊκή σοφία. Όντας ενεργά μέλη  οι δύο πρώτοι και υποστηρικτές του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δέχθηκαν δριμεία πολεμική τα χρόνια μετά του πολέμου , όπως και ο ίδιος ο D.T. Suzuki για τις απόψεις και τις θέσεις του κατά την διάρκεια αυτού [9].
   Εν κατακλείδι, οι ρίζες της σοφίας και της ενατενίσεως των Αρίων ευγενών της Μπαγκαβάτ Γκίτα και του κανόνα Pali , βρίσκονται τόσο βαθειά , όσο ψηλά έχουν φθάσει και τα κλαδιά του πνευματικού τους σώματος. Δεν είναι τυχαίο το έδαφος στο οποίο ριζώσαν, μήτε οι ουρανοί στους οποίους ορθώνονται. Εντός της σημερινής πραγματικότητος, πολλές φορές ακόμη και όταν η τάση είναι ορθή, η προσέγγιση πολλές φορές γίνεται βεβιασμένα. Ποικίλες , κατ’ ουσίαν σκοταδιστικές και αντι-παραδοσιακές αερολογίες και δοξασίες , αποκυήματα  ενός αρρωστημένου μοντερνισμού έχουν αποκόψει την διδασκαλία από τις ρίζες της, αλλά και από τον σκοπό της. Με γνώμονα το κέρδος ή την προσαρμογή στα καλούπια της ορθότητός τους, δεν διστάζουν να αναπροσαρμόζουν ανά εποχή την ουσία στα δικά τους μέτρα θυμίζοντας την προκρούστειο κλίνη. Σε αυτά τα πλαίσια δαιμονοποιήθηκε και η στάση των Ιαπώνων κατά την διάρκεια του Β’ Π.Π. και ιδαιτέρως των Ζεν μοναχών, καθώς και η προσπάθεια Ευρωπαίων για την διαμόρφωση μίας νέας Πίστεως, στα χνάρια που ακόμη διακρίνονται στα μονοπάτια των Αρίων. Σε αυτά τα πλαίσια, θα δούμε ακόμη και στην γλώσσα μας μία πλούσια βιβλιογραφία στα ζητήματα της Παραδόσεως ακόμη και του Ζεν, αλλά ελαχίστους φορείς ακόμη και μικρού μέρους όσων παρουσιάζονται. Η ροή, όμως, μας δείχνει τον δρόμο. Είθε…




[1] Kali Yuga : Η «εποχή της φαυλότητος» , η τελευταία, η παρηκμασμένη και εκφυλισμένη εποχή στον κύκλο των Γιούγκα.
[2]  «Η θερμά υποδαυλιζόμενη στάση της κυριολεκτικής ευπιστίας προς τους ανατολικούς θησαυρούς της σκέψης αποτελεί , σ’ αυτή την περίπτωση , μικρότερο κίνδυνο, γιατί στη Ζεν δεν υπάρχουν ευτυχώς εκείνες οι υπέροχα ακατανόητες λέξεις των Ινδικών συστημάτων. Ούτε παίζει η Ζεν με την πολύπλοκη τεχνική της Χάθα Γιόγκα , που ξεγελά τον υλόφρονα Ευρωπαίο με την ψεύτικη ελπίδα ότι μπορεί να αιχμαλωτίσει το πνεύμα αν κάθεται σε ορισμένη στάση και αν αναπνέει με ορισμένο τρόπο».  Carl Jung στην εισαγωγή του «Ζεν» του D.T. Suzuki.
[3] Mahayana : Εξαπλώθηκε κυρίως στην Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, Βιετνάμ.

[4] Hinayana : ή Theravada. Συντηρητικότερη σχολή, κλειστού δόγματος η οποία  εξαπλώθηκε κυρίως στον Ινδικό χώρο και την Ν.Α. Ασία.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Carmina Burana


Tον Ιούνιο του 1937 στην Φρανκφούρτη ανέβηκε για πρώτη φορά το έργο του Κάρλ Όρφ, Carmina Burana.
Ένα μοντέρνο έργο,  χωρίς όμως να υποπίπτει στις μοντέρνες παγίδες που επιφυλάσσουν οι εξελίξεις στην μουσική του 20ου αιώνα. Καταφέρνει, ενώ χρησιμοποιεί κανόνες μοντέρνας μουσικής, να αγγίξει και να ανακινήσει στον ακροατή το αρχετυπικό Ευρωπαϊκό πνεύμα, το οποίο τόσο πάσχιζαν να ανακαλύψουν συνάδελφοί  του κατά τις αρχές του 20ου  αιώνα.
Οι λόγοι που κάνουν αυτό το έργο ένα εκ των σημαντικότερων του Δυτικού πολιτισμού  δεν είναι απλά η επιλογή του θέματος προς μελοποίηση, ούτε καν  η ίδια μουσική αυτή καθ’ αυτή, αλλά η χρήση της σε συνδυασμό με τα κείμενα και τη γενική σκηνοθεσία. Συγκεκριμένα, η επιλογή των κειμένων προς μελοποίηση από τα carmina (δηλαδή τα τραγούδια/ποιήματα που αποτελούν την συλλογή των Carmina Burana απ’ το μοναστήρι Μπουράνουμ), η σειρά που τους δίνεται και η μουσική τους ερμηνεία. Ένα δείγμα της επιτυχίας του έργου είναι πως ο μέσος ακροατής (ακόμα και κάποιος δίχως πρότερη γνώση μουσικής) νοιώθει πως έρχεται κοντά στον μεσαιωνικό-Ευρωπαϊκό κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα η μουσική είναι σαφώς «σύγχρονη»!
Η προσέγγισή μας πρέπει να είναι ολιστική. Τόσο τα αυθεντικά carmina, αλλά κυρίως η ένταξη κάποιων εξ αυτών στο έργο του Όρφ, έχει να κάνει με την πολυσχιδή φιλοσοφική και εμπειρική αντίληψη που κυρίως δύναται να αποτυπωθεί και να εκφραστεί με την «κυκλικότητα του χρόνου».  Είναι ένα επαναλαμβανόμενο πολυεπίπεδο μοτίβο το οποίο ξεκινά εξωτερικά, από την επανάληψη του ίδιου ποιήματος «Ο Fortuna» (Ω τύχη) στην αρχή και στο τέλος του έργου (το οποίο αποτελεί και το πλέον γνωστό Carmen-τραγούδι της συλλογής). Εσωτερικά, αυτή η επανάληψη παρατηρείται ακόμη και από την τοποθέτηση των λατινικών ποιημάτων στην αρχή, ακολουθούμενα από τα γερμανικά  και έπειτα την επιστροφή πάλι στα λατινικά. Η επιλογή του τροχού της τύχης αποτελεί   το σύμβολο του έργου. Από την πρώτη του παρουσίαση χρησιμοποιείται στις εκτελέσεις του έργου ή στις αφίσες τις σχετικές με αυτό. Ο τροχός της τύχης εμφανίζεται τόσο στο μεσαιωνικό χειρόγραφο όσο και στην πρώτη εκτέλεση του έργου. Εμφανίζεται ρητά στα κείμενα καθώς και στο «O Fortuna» κατά την επίκληση της τύχης ως «Rota tu volubilis» (Εσύ περιστρεφόμενε τροχέ), αλλά και έμμεσα όπως στην δεύτερη στροφή του δεύτερου κάρμεν όπου αναλύεται η μεταβολή της θέσης από τα υψηλά (Fortune solio sederam elatus/ Ευρισκόμουν καθήμενος στον θρόνο της Τύχης υψηλά) στα χαμηλά (Nunc a summo corrui/ Τώρα έπεσα από τα ύψη). Αυτή η μη γραμμικότητα στη αντίληψη του χρόνου και η παρουσίαση της ζωής ως κύκλοι επί κύκλων συνάδει με την καθαρά φυσική αντίληψη σε όλες τις  εκφάνσεις της ζωής, αλλά και αρχετυπικά, μέσω τελετουργίας, όπως αυτή έχει διασωθεί σε ήθη, έθιμα και αντιλήψεις των Ευρωπαϊκών λαών.  Η σύγκριση με τον Άρνολντ Σόενμπεργκ ( Arnold Schoenberg 1874-1951) ως προς την προσέγγιση αυτού του θέματος είναι διαφωτιστική. Πράγματι, ο 20ος αιώνας σε αντίθεση με την παράδοσή μας, γνώρισε σε όλα τα πεδία της τέχνης την τάση του πριμιτιβισμού. Την αναζήτηση δηλαδή μίας κάποιας «εκφραστικής αλήθειας και ελευθερίας» στην τέχνη των πρωτόγονων φυλών της Αφρικής (Paul Klee 1879-1940), της Ταϊτής ( Eugene Henri Paul Gauguin 1848-1903) και γενικά όσο μακρύτερα γίνεται από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, οδηγώντας κατ’ ουσίαν στην κατάργηση των Ευρωπαϊκών «κτήσεων» - επιτευγμάτων  στην τέχνη, όπως επί παραδείγματι της προοπτικής στην ζωγραφική και τελικά την κατάργηση οπτικού θέματος (!) σε διάφορα κινήματα της ζωγραφικής. Αντίστοιχο της κατάργησης της προοπτικής στην ζωγραφική ίσως αποτελεί η εισαγωγή της ατονικότητας (χαρακτηριστικά στον Schoenberg) στην μουσική ή ακόμα και η συνειδητή απώλεια της ρυθμικότητας (Claude- Achille Debussy) ως άξονα δόμησης που ήταν ανέκαθεν στοιχείο της παραδοσιακής, αλλά και της αποκαλούμενης κλασσικής μουσικής.Στην ιεροτελεστία της Άνοιξης ο Ιγκόρ Στραβίνσκι θεωρεί πως προσεγγίζει το άφατο της ανθρώπινης αντίληψης του χρόνου και της ωρίμανσης, καταλήγοντας σε ένα εντυπωσιακό μεν αποτέλεσμα, η σχέση όμως του οποίου με την παράδοση σε όλα τα επίπεδα είναι αμφισβητούμενη. Αυτό ήταν εξάλλου μέρος της «επαναστατικότητας» που επιδίωξε ο συνθέτης. Το ζήτημα «πρόοδος για την πρόοδο» είναι αρκετά ευρύ και δεν θα αναλυθεί εδώ περισσότερο. Αλλά αυτή η ανάλυση δείχνει και την αξία της «επανάστασης στην επανάσταση» που επιδίωξε ο Όρφ με την ενασχόλησή του με καθαρά παραδοσιακά θέματα, όπως εν προκειμένω με μία συλλογή μεσαιωνικών κάρμινα  και μεταχειριζόμενος αυτό το υλικό όχι κλασσικά, δηλαδή οπισθοδρομώντας, αλλά τολμηρά κάνοντας χρήση της νέας μοντέρνας γλώσσας. Προς έκφραση αυτών που οι «μοντέρνοι επαναστάτες» προσπαθούσαν να αποποιηθούν, ήτοι την παράδοση[1].
 H στωική θέαση ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη εμφάνιση του «Ο Φορτούνα», τονίζει το φιλοσοφικό στίγμα του απροσδιορίστου της ζωής, μαζί με έναν πόνο ύπαρξης, ένα «weltschmertz» που ευθέως μπορεί να ειδωθεί στον στίχο «semper in angaria» (πάντα δούλος/υποταγμένος στην τύχη (ετυμ. αγκαρία)).  
Είναι σαφώς εμφανής η τραγικότητα του Ελληνικού μύθου γενικότερα, αλλά και η Βουδιστική αντίληψη της κυκλικότητας, της Σαμσάρα ως κύκλος των ζωών/ εμπειριών του κόσμου.
Προχωρώντας στα πιο απλά φαινομενικά  carmina γίνεται εισαγωγή στον ετήσιο κύκλο των εποχών και ότι αυτό ορίζει, με πολλές αναφορές σε πανηγύρια και λαϊκά γλέντια. Ο περιπαιχτικός τόνος των ποιημάτων είναι εμφανής από τους συγγραφείς – μοναχούς, όντες σε μοναστήρι του 13ου αιώνα, οι οποίοι παρουσιάζουν την απλή καθημερινότητα από το πλαίσιο μίας ολότητας. «Μεταφράζοντας» το ύφος και το περιεχόμενο οι μοναχοί προσέγγιζαν αυτό που αργότερα ο Νίτσε θα ανέλυε ως μία ένωση του Διονυσιακού με το Απολλώνιο: Οι χαρές της ζωής σε μέρες γιορτινές, αλλά και στην καθημερινότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με την αναζήτηση του υψηλού, αντίθετα την συμπληρώνει όταν αυτή είναι με μέτρο και βιωμένη οργανικά και φυσικά. Χαρακτηριστικά, ένα τέτοιο ελαφρύ και ευχάριστο νόημα εμφανίζεται στο 8ο carmen (γερμανόφωνο) στην κατηγορία  «Uf dem anger» (Στο πράσινο/στο λιβάδι) όπου λαμβάνει χώρα μια γιορτή όπως φαίνεται από τους τίτλους Tanz, Reie (6ο και 9ο carmen) όπου οι νεαρές γυναίκες προσπαθούν να καλλωπιστούν και να εντυπωσιάσουν τους άντρες.  Αφού καλλωπίζονται με ερυθρό χρώμα (roete) καλούν: Seht mich an, jungen man! Lat mich iu gevallen! Minnet, tugentliche man, minnechliche frouwen! (Κοίτα με νεαρέ άντρα, ελπίζω[2] να σου αρέσω. Αγάπησε ευγενικέ άντρα κοπέλες που αξίζει να αγαπηθούν). Αντίστοιχα νοήματα βρίσκονται παντού.
Ο Όρφ, κάνει επιπλέον το εξής ιδιοφυές. Δεν προσαρμόζει πάντα την μουσική στον τόνο του αντίστοιχου carmen. Χαρακτηριστικά στο 4ο carmen το δεύτερο στο «Primo Vere» (Άνοιξη), που ονομάζεται «Omnia sol temperat» (όλα τα θερμαίνει ο ήλιος) . Το carmen είναι αισιόδοξο, υποδέχεται την άνοιξη και την χαρά: «Omnia sol temperat purus et subtilis» (Όλα τα θερμαίνει ο ήλιος αγνός και ευγενικός). Δεδομένου της ιδιότητας των συγγραφέων ως Βενεδικτίνοι μοναχοί τον μεσαίωνα ενδιαφέρον έχει η αναφορά στην πρώτη στροφή για τον νέο θεό: «et iocundis imperat deus puerilis» (και παιδικά εξουσιάζει ο νεαρός θεός). Σαφής αναφορά αναγέννησης/γένεσης, αρκετά «παγανιστικό» για τα δεδομένα του μεσαίωνα.
Σε αυτό το ευδιάθετο carmen λοιπόν ο Όρφ του έδωσε μία μελαγχολική μελωδία, που δεν ταιριάζει καθόλου με τα λόγια. Είναι σαν μία φωνή υπενθύμισης, έχει μία ρομαντική ενδοσκόπηση (nachdenklichkeit) που απαντά στην Ευρωπαϊκή σκέψη τον 19ο αιώνα.
Έπειτα από όλα αυτά λοιπόν, ακολουθώντας τους κύκλους επί κύκλων και την ροή του χρόνου, όταν τελειώνει η αναφορά σε κοσμικές γιορτές ( εδώ εμφανίζονται τα carmina στην  γερμανική γλώσσα, που αποδίδουν το κοσμικό, τον κόσμο της ζωής των χωρικών ) επιστρέφουμε στα λατινικά (που συμβολίζει στον ευρωπαίο του μεσαίωνα την θεία, υπερκόσμια γλώσσα). Με λατινικά έγινε η εκκίνηση στον φιλοσοφικό στοχασμό , έπειτα η πορεία προς τα κάτω, τα «καθ΄ημάς» εγκόσμια με λατινικά και γερμανικά και τελικά γίνεται η επιστροφή στον ουρανό με τα λατινικά ολοκληρώνοντας τον κύκλο). Αφού έχει γίνει η επιστροφή στα λατινικά και λίγο πριν το τέλος παρουσιάζεται το 22ο carmen, «templus est locundum» (καιρός/ ώρα του παιχνιδιού) το οποίο είναι στο ύφος  των προηγουμένων, αλλά ελαφρύνει  το βαρύ κλίμα που είχε διαμορφωθεί μουσικά συνεχίζοντας με παιχνίδισμα. Η παιδική χορωδία του Όρφ έχει να κάνει με την λατινική γλώσσα και συμβολίζει αγγέλους σε ένα δεύτερο επίπεδο. Από την πλευρά της ιστορίας της μουσικής αυτό είναι εμφανές.  Χαρά και αγάπη για ζωή. Κοπέλες, αλλά με αθωότητα. Ο Όρφ βάζοντας παιδική χορωδία δείχνει τον αγνό και ενθουσιώδη χαρακτήρα του έρωτα (novus amor est, quo pereo/είναι νέος έρωτας για αυτό θα χαθώ). Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στην σκιά του δεύτερου «Ο φορτούνα» που έπεται με ότι αυτό συνεπάγεται φιλοσοφικά. Κλείνοντας δηλαδή τον κύκλο της ζωής, του έργου και του κόσμου με μια ηρωική αισιοδοξία  ιδωμένη από μία παιδική ματιά. Άραγε σε αντιδιαστολή με το omnia sol temperat; …..Statu variabilis λοιπόν!
Να προσθέσουμε πως η κυκλικότητα στην μουσική είναι πολύ εμφανής στο δαχτυλίδι του Ριχάρδου Βάγκνερ, όπου μετά την καταστροφή της Βαλχάλα και την ισοπέδωση του παρηκμασμένου κόσμου επιστρέφουμε σκηνοθετικά σε ένα φως το οποίο δεικνύει μία νέα αρχή. Μία αρχή η οποία έρχεται  μαζί με τις μουσικές νότες του «νερού» του Ρήνου. Εκεί δηλαδή όπου  επέστρεψε ο χρυσός και το δαχτυλίδι κλείνοντας έναν κύκλο ο οποίος είχε ξεκινήσει 15ώρες πριν…



[1] Σε αυτό ο Ορφ σαφώς δεν υπήρξε ο μοναδικός. Στην Ελλάδα άξιες αναφοράς είναι οι προσπάθειες του Μητρόπουλου και Σκαλκώτα.
[2] (lat, όπως το lassen στα σημερινά γερμανικά δύναται να έχει ρόλο ευκτικής κατά την μετάφραση)

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

"Homo Modernus"

   Την σκιαγράφηση του σύγχρονου ανθρώπου με σημείο αναφοράς την σκέψη του Ιταλού Julius Evola και τους “αφορισμούς” του Κολομβιανού Nicolás Gómez Dávila μας δίνει σε ένα δοκίμιο 27 σελίδων ο Marek Rostkowski, με τίτλο “Homo Modernus - Το πορτραίτο του σύγχρονου ανθρώπου σύμφωνα με τον Evola και τον Dávila”. Το κείμενο, το οποίο δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους παραπάνω στοχαστές, έχει δημοσιευθεί στα Αγγλικά στο περιοδικό “Aristokratia” (Homo modernus. Evolian - gomezian portrait of modern man, Aristokratia Vol. II, Australia, 2014) καθώς και στα Πολωνικά στο περιοδικό “Templum Novum” (Ηomo modernus. Evoliańsko - gómezowski portret człowieka nowoczesnego, Templum Novum no. 9, Polska, 2009) .

 Στα ελληνικά κυκλοφορεί για πρώτη φορά από τις αυτοεκδόσεις ΟΙΝΙΑΔΕΣ.


   “Η παρατηρούμενη κρίση καθώς και τα βαθύτερα αίτιά της, έχουν προσδιοριστεί στα έργα όσων ανήκουν στον κύκλο της Παράδοσης, με την γενικότερη έννοια της λέξης και όχι με την οικονομική, την κοινωνική ή την πολιτική – έννοιες που αποτελούν, σε αντίθεση με τους απολογητές της αριστεράς, μόνο αποτελέσματα του σύγχρονου κόσμου – αλλά με την πνευματική και τη θρησκευτική έννοια. Ένα πρωτοφανές σχίσμα έλαβε χώρα στην εσωτερική διάσταση του ανθρώπου, ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στη συγκρότησή του, γεγονός που επηρέασε ταυτόχρονα και τον κόσμο μέσα στον οποίο βρίσκεται. Το σχίσμα αυτό συνίσταται στην απομάκρυνση, στην σταδιακή εκτροπή και τελικώς στην απάρνηση της εξουσίας, της σπουδαιότητας, ακόμη και της ίδιας της ύπαρξης μιας ανώτερης θεϊκής Πραγματικότητας, που υπερβαίνει την κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.”


Για περισσότερες πληροφορίες: oiniades@mail.com


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Herbert "Ritter" von Karajan




   Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως αποτελεί περίλαμπρη νίκη των εχθρών μας η ταύτιση των ηττημένων στα πεδία των μαχών ιδεολογιών του Β’ Π.Π. με ό,τι πιο σαθρό, αρρωστημένο, παρακμιακό, και ποταπό γεννάει η φύση. Δυστυχώς, θα επιβεβαιωθούν πολλάκις από υποτιθέμενους «φορείς» όσων αυτές οι κοσμοθεωρίες και οι υπερασπιστές τους κληροδότησαν στον κόσμο αυτό. Σε αυτόν τον αντιστραμμένο πλέον πόλεμο, όπου ο εχθρός αρκείται πλέον στο να παρατηρεί τις συσπάσεις που προκάλεσαν τα πνευματικά και φυσικά ναρκωτικά στα θύματά του, οφείλουμε να ορθώνουμε το ανάστημά μας και να προβάλλουμε τα αληθή πρότυπα των Ιδεών μας, των οποίων το πανανθρώπινο έργο αδυνατούν να αποσιωπήσουν. Το μόνο που δύναται σε αυτές τις περιπτώσεις να κάνουν είναι να αποσιωπήσουν την συμμετοχή αυτών των προσωπικοτήτων στις μεγάλες επαναστάσεις του 20ου αιώνα.

   Μία τέτοια προσωπικότητα ήταν και ο ελληνικής καταγωγής Χέρμπερτ φον Κάραγιαν (Herbert von Karajan), ο κορυφαίος για πολλούς μαέστρος του 20ου αιώνα, ο οποίος έγινε μέλος του N.S.D.A.P. στις 8 Απριλίου του 1933 και παρέμεινε ενεργό μέλος έως το τέλος του πολέμου. Η τελευταία μάλιστα συναυλία την οποία διεύθυνε έλαβε χώρα στο Βερολίνο στις 18 Φεβρουαρίου του 1945, λίγους μήνες πριν το οριστικό τέλος του πολέμου, όταν και κατέφυγε στην προστασία του μεγάλου Ιταλού συνθέτη και μαέστρου Victor de Sabata, προσωπικού φίλου του Μπενίτο Μουσολίνι. Καθ’ όλη την μεταπολεμική του καριέρα, ο Κάραγιαν δυσφημίστηκε και πολεμήθηκε για το «εθνικοσοσιαλιστικό» του παρελθόν, αλλά το ταλέντο, το έργο και η προσφορά του στην Μουσική και τον Πολιτισμό υπήρξε τέτοια που εν τέλει θριάμβευσε, δίχως ποτέ να απαρνηθεί το παρελθόν του. Χαρακτηριστικό επίσης των μεγάλων αυτών προσωπικοτήτων υπήρξε και η εσωτερική αναζήτησή τους , κάτι το οποίο μεταξύ πολλών άλλων , οδήγησε και τον Κάραγιαν στον Βουδισμό και εν προκειμένω στο ΖΕΝ, ατραπό την οποία ακολούθησε στην βιωματική –πρακτική της μορφή, δίχως να αρκεστεί απλά σε θεωρητικές αναλύσεις. Βέβαια, στην τυπική της διάσταση και για λόγους παραδόσεως δεν απέκοψε την επαφή του με την εκκλησία και την θρησκεία του τόπου του.


   Δυστυχώς, πολλές φορές απεμπολούμε ποια Τέχνη, ποια Μουσική, ποιος Πόλεμος και ποια Γενιά είναι αυτή η οποία οικοδόμησε λίθο λίθο ένα τεράστιο οικοδόμημα , το οποίο ακόμα και αν κατάφεραν να γκρεμίσουν τα τείχη του, δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνθλίψουν την Ψυχή μίας επαναστάσεως που γεννήθηκε εντός τους και αγωνιά να ξεχυθεί στα νέα πεδία μαχών του 21ου αιώνα.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Peer Gynt




   Μία εξαιρετική έκδοση από τον οίκο Gutenberg κυκλοφόρησε προσφάτως και αφορά το θεατρικό έργο Πέερ Γκυντ του Ερρίκου Ίψεν. Πλήρης έκδοση, με εξαιρετικό πρόλογο και ιδιαιτέρως προσεγμένη μετάφραση.

   Αξίζει να επισημάνουμε πως ο «ΠΕΕΡ ΓΚΥΝΤ» αποτελεί έναν χαρακτήρα κατά βάση εκφράσεως αυτοβιογραφικών και βιωματικών εμπειριών. Τόσο από τον δημιουργό του, όσο και από όσους αγαπήθηκε μεταγενέστερα.   Έργο με ποικίλους συμβολισμούς και εσωτερικές αναζητήσεις, το οποίο αποτελεί πολλά περισσότερα από την «περιπετειώδη» ζωή κάποιου «άτακτου» Νορβηγού. Αποτελεί έκφραση ενός ψυχισμού εντόνως αντιδραστικού, αφελούς πολλές φορές, μα  και ηρωικού την ύστατη ώρα ο οποίος αφού έκανε τον «κύκλο» του αναζήτησε την λύτρωση και την αυτοπραγμάτωση. Ενός «κύκλου» ο οποίος  αυτός καθ’ αυτός ως γνήσιο τέκνο της υπάρξεως έπρεπε να πραγματωθεί όπως ακριβώς έγινε για να φθάσει εν τέλει καθ’ όσο ο Ήλιος ανατέλλει να αναπαυθεί στην φροντίδα μίας πρωταρχικής αγνότητος  εν ονόματι Σόλβαΐγ… Δίχως το ηλιακό στοιχείο να λείπει ακόμη και από το όνομά της.

   Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως υπήρξε αγαπημένο έργο του Ντίτριχ Έκαρτ ( Dietrich Eckart ) ο οποίος επίσης , όπως και ο Ίψεν , ανέφερε τις ομοιότητες του δικού του βίου με αυτού του Πέερ Γκυντ. Ο ίδιος ο Έκαρτ , μάλιστα, ανέβασε με μεγάλη επιτυχία την θεατρική αυτή παράσταση στην Γερμανία την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Επισήμανε , μεταξύ άλλων, και τις ομοιότητες του ψυχισμού και του βασιλείου των τρόλλ – ξωτικών με το Ιουδαϊκό στοιχείο στην Ευρώπη. 





   Η μεγαλοπρέπεια του θεατρικού αυτού έργου συμπληρώνεται και με την εξαιρετική μουσική επένδυση του Έντβαρντ Γκριγκ  ( Edvard Grieg ) , ο οποίος κατόπιν λεπτομερών εντολών του Ίψεν , συνέθεσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του. 



Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Αριστεία και Τόλμη.

   

   Η δυσφήμηση προσωπικοτήτων, η δαιμονοποίηση της Πίστεως και των Ιδεών τους, η κατασυκοφάντηση και υποτίμηση του έργου τους καθώς  και η διαστρέβλωση της αλήθειας όχι μόνο ως προς τις προθέσεις, αλλά και την απτή ιστορική πραγματικότητα, απετέλεσαν πάγιες τακτικές των νικητών του Β’ Π.Π.
    Μία τέτοια πολεμική, τόσο εν ζωή όσο και μετά τον θάνατό του, δέχτηκε ο Reinhard Tristan Eugen Heydrich. Μία εξόχως Ευγενική σπορά της Γερμανικής φυλής, μία προσωπικότητα την οποία επ’ ουδενί  δεν δύναται να αψηφήσει κάθε υγιής επαναστατική ψυχοσύνθεση η οποία αγωνία να κρατά ψηλά το λάβαρο ενός πολέμου ενάντια στον αφανισμό και τον εξευτελισμό της Ευρώπης. Πόσους συμβολισμούς, αλλά και πόσες ενσαρκώσεις αυτών δυνάμεθα να διακρίνουμε πίσω από τον βίο του. Το όνομά του, γεννημένο από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του πατέρα του ( Reinhard από την όπερα του πατέρα του Amen ), τον βαγκνερισμό του τελευταίου (Tristan) , αλλά και το σεβασμό στους προγόνους της οικογενείας ( Eugen από τον παππού του).  Από μικρός επέδειξε μέσα από τον συγκερασμό προδιαθέσεως και περιβάλλοντος  τις ικανότητές του στο σχολείο, την μουσική και την άθληση. Εξαίρετος βιολιστής, κολυμβητής, αλλά ακόμη καλύτερος ξιφομάχος. Ένας νέος φέρελπις , μεγαλωμένος σε μία εθνικιστικών φρονημάτων οικογένεια,  ο οποίος ακολούθησε τον δρόμο της πάλης. Συμμετείχε σε πρώιμες ομάδες Freikorps καθώς και σε άλλες πατριωτικές ομάδες. Ακολουθεί η εγγραφή του στο Ναυτικό και μία δεκαετής πορεία ως αξιωματικός  η οποία διακόπτεται κατόπιν αποπομπής του από τον Erich Roeder εξ αφορμής μίας ερωτικής περιπέτειας του νεαρού Heydrich.
   Το 1931 εντάσσεται στο NSDAP και ξεκινά μία μαχητική περίοδος προσφοράς μα και ανελίξεώς του στα SS. Πρωτεργάτης της SD ( Υπηρεσία Ασφαλείας ) και της GESTAPO (μυστική αστυνομία πόλεων) κατόρθωσε μέσω των χαρισμάτων του , αλλά και της εργατικότητάς του να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να κερδίσει τον σεβασμό του ίδιου του Αδόλφου Χίτλερ. Η θέση του ως επίτροπος στην Μοραβία – Βοημία τον Σεπτέμβριο του  1941 υπήρξε η απαρχή του τέλους του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην βρεθεί τρόπος να ξεσπάσει το μένος των Βρετανών προς μία προσωπικότητα η οποία κατόρθωσε να ενσωματώσει στο νέο όραμα για την Ευρώπη τον Τσέχικο λαό. Πόσο μάλιστα όταν αυτή η προσωπικότητα προοριζόταν να μεταβεί και να αναλάβει επίτροπος στην Γαλλία. Μία αντίστοιχη υγιής και αποτελεσματική σύμπραξη μεταξύ Γερμανών και Γάλλων, θα αποτελούσε πιθανότατα ταφόπλακα για το μέλλον του καπιταλιστικού και κομμουνιστικού κόσμου. Κυκλοφορώντας στην Πράγα δίχως καν προσωπική ασφάλεια, με Τσέχους και Γερμανούς εργάτες των περιοχών αυτών  να τον θεωρούν ευεργέτη τους, το επίπεδο προσωπικής ασφαλείας για έναν άνθρωπο ο οποίος είχε συντελέσει στην οργάνωση της ασφάλειας όλου του Τρίτου Ράιχ , ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Η ίδια του η ηρωική  φύση ήταν αυτή η οποία τον οδηγούσε σε αυτό τον δρόμο, ο οποίος αποδείχτηκε, εν τέλει, μοιραίος. Στις  27 Μαΐου του 1942 ο Reinhard Heydrich διέρχεται με το αμάξι του από ενέδρα  εντεταλμένων του Λονδίνου  Τσέχων οι οποίοι ανοίγουν πυρ. Ανταποδίδοντας τα πυρά και τρέποντας σε φυγή τους υπηρέτες του Τσώρτσιλ κατέρρευσε από την αιμορραγία. Εξέπνευσε στις 4 Ιουνίου στα 38 του χρόνια. Υπήρξε ο μόνος ο οποίος μπορούσε να διαδεχτεί τον Αδόλφο Χίτλερ , για αυτό κατόρθωσε να πλήξει τόσο καίρια τον εχθρό, όχι φυσικά όπως η προπαγάνδα των νικητών επιθυμεί ψευδολογώντας να διαδώσει, μα ηθικά. Υπήρξε το νέο Ήθος , υπήρξε το νέο Πρότυπο. Ζωής, μα και Θανάτου.


Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Φυλή και Ηγέτης

Αυτός είναι ο λόγος, που για εμάς, η επιστροφή στην φυλή δεν μπορεί να σημαίνει απλώς μία επιστροφή στο αίμα – ιδίως σε αυτούς τους σχεδόν σκοτεινούς καιρούς, κατά τους οποίους έχουν λάβει χώρα σχεδόν ανεπανόρθωτες μείξεις. Θα πρέπει να σημαίνει επιστροφή στο πνεύμα της φυλής όχι υπό μία τοτεμική έννοια, αλλά υπό μία αριστοκρατική έννοια, το οποίο σημαίνει εν σχέσει με το αρχικό μικρόβιο της “μορφής μας”, του πολιτισμού μας.

Αν επομένως καταφάσκουμε την επιστροφή στην φυλή και την επιστροφή στην παράδοση, η ιδέα ωστόσο του Ηγέτου παραμένει στο επίκεντρο της συλλήψεώς μας. Μέσα στην ηλιακή ατομικότητά τους, οι Ηγέτες αντιπροσωπεύουν για εμάς τις απτές και ενεργές εκδηλώσεις του πνεύματος ως φυλή και της φυλής ως πνεύμα· είναι αναζωογονήσεις της αρχεγόνου ιδέας, κοιμώμενες στα βάθη του αίματος ως θεμέλια της “μορφής”, νικηφόρες επί του χάους και της ζωώδους φύσεως, οι οποίες φέρονται ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως, in potentia ή in actu εξ όλων των μελών του λαού, τα οποία δεν είναι εκφυλισμένα. Οι Ηγέτες αποκαθιστούν την ενδόμυχη ένταση , και αφυπνίζουν τα “θεϊκά” συστατικά, ενός μετασχηματισμένου αίματος. Εξ αυτού και η μαγεία μίας εξουσίας στην οποία δεν υπάρχει τίποτε το βίαιο και τυραννικό , αλλά μάλλον κάτι το βασιλικό· η μαγεία μίας δράσεως “δια της παρουσίας”, μίας αδαμάστου “δράσεως δίχως δράση”, wei-wu -wei κατά το κινεζικό ρητό. Εδώ βρίσκεται το μονοπάτι προς την αναγέννηση. Οι πολλαπλές δυνάμεις μίας φυλής, οι οποίες μοιραίως οδηγούνται στην αλλοίωση και στην διάλυση αν αποστερηθούν αυτήν την ενδόμυχη υποστήριξη και αφεθούν στην επιρροή υλικών, εθνικών και ακόμη και πολιτικών καταστάσεων, υπό τον στενό ορισμό, ξαναβρίσκουν εδώ ένα ισχυρό και ζων σημείο ενότητος και συμμετέχουν σε μία ανώτερη πραγματικότητα, κατά τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και όταν σε ένα ζωικό σώμα εμφυσηθεί ψυχή. 


Julius Evola, Heidnischer Imperialismus (1933)

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Παύλος Καρρέρ

Ο Παύλος Καρρέρ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσουργούς  του 19ου αιώνα.  Γεννημένος το 1829 στην Ζάκυνθο, όπου και απεβίωσε το 1896,  σπούδασε και εργάστηκε ως μουσικός σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μεταξύ άλλων, σπούδασε μουσική στην Αγγλία, την Ζάκυνθο, την Κέρκυρα και το Μιλάνο, όπου περί το 1850 παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο θέατρο Carcano οι δύο σωζόμενες όπερές του Dante e Bice (Beatrice) και Isabella dAspeno La Rediviva. Υπάρχουν αναφορές πως ενόσω βρισκόταν στην Κέρκυρα υπήρξε μαθητής του Μάντζαρου. Έγραψε πολλά τραγούδια, λειτουργική και οργανική μουσική, μουσική δωματίου, μα κυρίως έμεινε στην ιστορία για τις όπερές του, πολλές από τις οποίες δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί. Ο Παύλος Καρρέρ υπήρξε μία προσωπικότητα η οποία όχι απλώς εμπνεύστηκε από το Ελληνικό στοιχείο, αλλά έθεσε τις βάσεις θεμελιώσεως μία εθνικής μουσικής. Αντλώντας έμπνευση και θεματολογία από διάφορες εποποιίες της φυλής μας, κατόρθωσε να αναδείξει το Ελληνικό στοιχείο.  Όντας αναγκασμένος αρχικά να γράφει τις όπερές του στα Ιταλικά, ελλείψει Ελλήνων λυρικών τραγουδιστών, δεν αμελούσε να μεταφράζει τα έργα του και στην γλώσσας μας έως ότου συνέθεσε αμιγώς Ελληνικά μελοδράματα. Έργα του βρίσκονται διασκορπισμένα σε μουσεία και ιδρύματα της Ελλάδος και της Ιταλίας, ενώ αρκετά χειρόγραφά του έχουν καταστραφεί.


 Οι όπερες του : 

  1. Ντάντε ε Μπίτσε (Δάντης και Βεατρίκη)
  2. Ισαμπέλλα ντ’ Ασπένο (Ισαβέλλα του Άσπεν)
  3. Ρεντιβίβα (Η αναζήσασα)
  4. Μάρκος Μπότσαρης
  5. Φιόρ ντι Μαρία
  6. Η Κυρά-Φροσύνη
  7. Δέσπω η ηρωίς του Σουλίου
  8. Μαρία Αντωνιέττα (Μαρία Αντουανέττα)
  9. Μαραθών – Σαλαμίς 

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣ (1911-1940) - Ο πρώτος νεκρός Έλληνας Αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου


Η ιστορία της θυσίας γραμμένη από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη πολεμικό ανταποκριτή (1940-41)

«.Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.
Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.
- Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;
- Έχουνε σταυρό στην ουρά. ελληνικά είναι!..
- Είναι ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.
Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.
- Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.
Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.
- Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.
- Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.
Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ' άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.
Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Δώδεκα χρόνια είχε βαστάξει η πορεία για να φτάσει ο Αλέκος Διάκος από την ηλιολουσμένη και ήμερη και σκλαβωμένη πατρίδα στην άγρια Πίνδο, που τολμούσε τώρα να την πατήσει ο Ιταλός. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.
Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..

».Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.
Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.
- Ν' ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.
Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ' άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ' αχρήστευε το λόχο.
- Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.
 Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή.
Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ' άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.
Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν' ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία - την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια - τόσα χρόνια! - η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ' άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.
Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική - λέγανε - είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.
Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ' όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει.
Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.
- Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..
Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε - και με πόση βεβαιότητα! - από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.
Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.
- Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;
- Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.
- Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.
- Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.
Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 1\4 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι1 Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.
Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος - ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο - ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ' άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιους θα τον έταζε;
Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του, Ξένοιαστα έδιωξε την απορία . Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτή όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ' όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ' ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.
Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.
.Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.
Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.
Οι Ιταλοί!
Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.
Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.
Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.
Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ' όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.
Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..
Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ' εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν' ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.
Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ' ένα ξερό κρότο τα κλαριά.
Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.
Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:
- Μη σταματάτε παιδιά!
Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.
Οι φαντάροι ακολούθησαν.
Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.
- Παιδιά εφ' όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.
Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.
Ναι, αυτή τη στιγμή - αυτή τη στιγμή! - ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ' όπλο για την Ελλάδα!
Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερ από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.
Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.
Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.
- Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν. Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!
- Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!
Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.
Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.
Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.
Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.
Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.
Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.
Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!
Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .
- Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ. μουρμούρισε κάποιος.
Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..
Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και. Αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.
Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..
Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:
Εμπρός με τη λόγχη!
Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.
Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.
Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα ! Για μια μεγάλη Ελλάδα ! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.
Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.
Μαζί σου λεβέντη!
Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.
Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.
Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.
Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.
Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..
Ο Διάκος σταμάτησε. Τ' όπλο του έφυγε από τα χέρια..
Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο - την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.
Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει - μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί - πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.
Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..
Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.
Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους - πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης - τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, Ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.
Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και. θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο. Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά - οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.
Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.
Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του. Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα - για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ' ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.
Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;
Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.
Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική.